And so I sit here at the bar.
I’m not a hero,
I’m not a movie star.
I’ve got my beer,
I’ve got my stories to tell.
But they won’t tell you what it’s like in hell.
(“I Bombed Korea Every Night”, Cake)

Πέρασε και η μέρα στην πρώτη γραμμή του μετώπου, πολλοί άνδρες ροχάλιζαν τώρα εξαντλημένοι, τινάζονταν όμως και συνέχεια, “Τι έγινε; Τι έγινε;” ρωτούσαν χαμένοι μόλις άνοιγαν τα μάτια τους, τίποτα δεν είχε συμβεί, μέσα στο κεφάλι τους ήταν ακόμα νύχτα, το φως του πρωινού τους τύφλωνε, έτρωγαν κάτι απο τις κονσέρβες τους, αφόδευαν και κατουράγανε όπου έβρισκαν και όπου μπορούσανε, σιγοτραγουδούσανε σκοπούς και τραγούδια ακατάληπτα, έγραφαν δυο λόγια σε κάποιο δικό τους, σταυρώνονταν και φιλούσαν εικονίτσες κάμποσες φορές, σκεφτόντουσαν γυναίκες που λαχτάρισαν χωρίς τώρα όμως να τους σηκώνεται έστω και λίγο, σκεφτόντουσαν πουτάνες που αγάπησαν, που νοστάλγησαν, που τους φέρθηκαν σαν μάνες και ακόμα καλύτερα, σκεφτόντουσαν αρραβωνιαστικές που τους παράτησαν μ’ ένα γράμμα στην Κορέα, κοπέλες ερωτευμένες που τσαλαπάτησαν οι ίδιοι, σκεφτόντουσαν τον έρωτα και πόσο μακριά ήταν τώρα, σκεφτόντουσταν κάποια θάλασσα, έναν γαλάζιο κόλπο, σκεφτόντουσαν θολωμένα ποτήρια γεμάτα ούζο, τσίπουρο ή ρακί, σκεφτόντουσαν την γκρίνια του πατέρα τους, γυάλιζαν τα όπλα τους, βεβαιώνόντουσαν πως δεν είχαν μπλοκάρει, έβγαζαν για πέντε λεπτά τα άρβυλα και τις κοκαλωμένες κάλτσες να ρίξουν λίγη ιατρική πούδρα ανάμεσα στα δυσώδη δάχτυλα με τα μαυρισμένα σπασμένα γαμψά νύχια, που πότε πότε γύρναγαν κι έμπαιναν στο δέρμα, έριχναν βρόμικο νερό στα μούτρα τους, για πέντε λεπτά ο ύπνος τούς τύλιγε ξανά, ώσπου η μέρα έγερνε, το σούρουπο περνούσε και αυτό, άρχιζε πάλι το πιο δύσκολο κομμάτι, το ήξεραν πια, το γνώριζαν καλά, ή νύχτα ήταν το πιο δύσκολο απ’ όλα.

—-

Όταν είπα στη Γιαπωνέζα να προσέξει και να μην πειράξει το τραύμα στη κοιλιά, μέσα στο ζεστό νερό με τις μπουρμπουλήθρες με ρώτησε αν είχα τραυματιστεί στα έντερα, και όταν της είπα ναι, μου είπε πως πρέπει να είμαι γενναίος άνδρας, διότι στην Ιαπωνία αποκαλούσαν από παλιά την κοιλιακή χώρα “καταδότη της δειλίας”. Γι’ αυτό στο χαρακίρι σκίζουν την κοιλιά τους. Και αυτοί, κανονικά, δεν το λένε χαρακίρι, το λένε σεπούκου. Σε-πού-κου. Χαρακίρι το λέμε εμείς, οι ξένοι. Εκεί, στα έντερα φωλιάζει ο φόβος – εκεί είναι και η ψυχή σου, υποτίθεται. Και η ψυχή λυτρώνεται από τον φόβο. Με αυτό τον τρόπο νικούν τον φόβο. Όλο αυτό έχει κάτι τιμητικό.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s