Όταν ένα τηλεοπτικό κανάλι επέλεξε, σε έναν διεθνή αγώνα μπάσκετ να καλύψει το όνομα της «Μακεδονίας», βάζοντας πάνω στο καντράν όπου αναγρόφονταν τα ονόματα των δύο χωρών ένα κομμάτι από το παρκέ του γηπέδου, δεν έκανε, στην ουσία κάτι διαφορετικό από εκείνο που προέκρινε η πολιτική ηγεσία της χώρας: όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την ίδια.
Το τραύμα φωνάζει. Κακοφορμίζει και πρέπει γρήγορα να ασχοληθούμε μαζί του. Όσο το αφήνουμε, τόσο πιο βαθιά πηγαίνει, δηλητηριάζοντας τις γενιές που έρχονται. Πιστεύουμε πως όσα έθνη ομολογούν θαρεττά, πρωτίστως, στον εαυτό τους, τις πικρές αλήθειες και τα κλεισμένα στο ντουλάπι μυστικά τους, μόνο κερδισμένα βγαίνουν. Η ελληνική κοινωνία, δυστυχώς, δεν έχει κάνει τολμηρά βήματα αυτοκριτικής και επιλέγει να κουκουλώνει διάφορα τραυματικά ζητήματα του παρελθόντος, ιδίως αυτά που ονομάζει «εθνικά ζητήματα», για να μην υποχρεωθεί σε μια επώδυνη αναμέτρηση με τον εαυτό της. Ας αναμετρηθούμε λοιπόν με τις ανασφάλειες και τις φοβίες μας, ώστε να δούμε, τελικά, τι και πόσο αξίζουν.

Η συμμετοχή στα δρώμενα της δημοκρατίας μάς φαίνεται να καθοδηγείται από την ικανοποίηση της στιγμής που προσφέρουν το Twitter, το Snapchat, το Facebook και η εικοσιτετράωρη ροή ειδήσεων. Χρησιμοποιούμε τη μοντέρνα τεχνολογία για να επανέλθουμε σε πρωτόγονα ήδη ανθρώπινων σχέσεων. Τα ΜΜΕ ξέρουν τι πουλά: Οι συγκρούσεις και οι διχογνωμίες. Που είναι γρήγορα κι εύκολα πράγματα. Πολύ συχνά ο θυμός είναι πιο αποτελεσματικός από τις απαντήσεις. Η πικρία από τη λογική. Τα συναισθήματα νικάνε τις αποδείξεις. Ένα φαρισαϊκό και περιφρονητικό μήνυμα της μιας αράδας, όσο εξωπραγματικό κι αν είναι, αντιμετωπίζεται ως ειλικρινές, ενώ μια ψύχραιμη τεκμηριωμένη απάντηση θεωρείται τυποποιημένη και ψεύτικη. Μου θυμίζει ένα παλιό πολιτικό ανέκδοτο: Γιατί τον αντιπάθησες στη στιγμή; Για να κερδίσω πολίτιμο χρόνο.

Ο θεολογικός αναλφαβητισμός είναι επικίνδυνος: στην καλύτερη περίπτωση μάς στερεί τα εργαλεία για να κατανοήσουμε τα πράγματα, και αφήνει τα πιο ευεπίφορα πνεύματα ανυπεράσπιστα μπροστά σε καταστροφικές θρησκευτικές ιδεολογίες. Να γιατί είναι προφανώς ανεπαρκές να ζητούμε από τις μουσουλμανικές αρχές να διαχωρίσουν οι μουσουλμάνοι τη θέση τους από τους τρομοκράτες, με πικέτες που γράφουν «not in my name!».

Στο μαγαζί του κάθεται, ίδιο παγιδευμένο ζώο: Κοιτάζει γύρω του, μήπως του την ανάψουν απ’ την πλάτη, κοιτάζει μπροστά, μέσα από το σπασμένο παράθυρο, την άκρη του δρόμου. Κάθε αυτοκίνητο που σταματά. Κάθε πελάτη. Μικραίνει τα μάτια του από τη μυωπία. «Η πολλή κάλμα τελευταία δε βγάζει σε καλό. Η πείρα μού δίδαξε να φυλάγομαι από την ησυχία.»
Μπαίνοντας τον είδα να συζητάει με κάποιον. Μού φάνηκε της «Κόζα». Βγήκαν έξω οι δυο τους. Σε λίγο ο Βάγγος γύρισε μόνος του. «Ήταν;»
Έγνεψε καταφατικά. Αποφεύγουμε τη λέξη γιατί είναι διεθνής.
«Ζητούνε τον Γιάννη», λέει, «που εξαφανίστηκε με το πεντακοσάρικο της κοπελιάς. Αυτός που μιλούσα ήταν ο νταβατζής της. Για να σωθεί στα μάτια της, θέλει να της πάει στα μάτια της το αυτί του Γιάννη. Και πού να τον βρω τώρα, να του πω φυλαχτεί;»

Για να κάνω τους φοιτητές μου να αντιληφθούν τη σημασία της κουλτούρας, του διαβάζω κάθε χρόνο ένα ανέκδοτο:
Είναι 2 νεαρά ψάρια που κολυμπάνε. Κάποια στιγμή συναντούν ένα ηλικιωμένο ψάρι που πηγαίνει στην αντίθετη κατεύθυνση. Τους χαιρετά και λέει: «Γειά σας, παιδιά. Πώς είναι το νερό;» Τα 2 νεαρά ψάρια κολυμπάνε ακόμα λίγο, ύστερα κοιτάζει το ένα το άλλο και λέει: «Μα τι διάολο είναι το νερό;» …
Όπως τα 2 νεαρά ψάρια, έτσι κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε τι είναι στ’ αλήθεια το νερό μέσα στο οποίο ζούμε κάθε στιγμή της ύπαρξης μας. Πράγματι, δε συνειδητοποιούμε ότι η λογοτεχνία και οι ανθρωπιστικές γνώσεις, η κουλτούρα και η μόρφωση αποτελούν το ιδανικό αμνιακό υγρό μέσα στο οποίο οι ιδέες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, του κοσμικού χαρακτήρα της κοινωνίας, του δικαιώματος στην κριτική, της ανοχής, της αλληλεγγύης, του κοινού καλού μπορούν να αναπτυχθούν δυναμικά.

– Δεν έχετε καμία φωτογραφία της αδερφής σας;
– Δυστυχώς! Όχι. Αν είχα τις φωτογραφίες μου, θα σας έδειχνα τη βίλα μας στην Πρίγκιπο.
– Τι είναι αυτό, η Πρίγκιπος;
– Είναι νησί, στην Προποντίδα, μια ώρα από την Ιστανμπούλ. Απ’ την αρχή της Άνοιξης, εγκαταλείπουμε την πόλη, και μένουμε στην Πρίγκιπο, γιατί το κλίμα εκεί είναι υπέροχο. Ο καθένας έχει το καΐκι του.
– Το καΐκι;
– Μια ελαφριά βάρκα με πανί. Το βράδυ βλέπετε δεκάδες καΐκια να αρμενίζουν σε μια θάλασσα πιο ήσυχη και από λίμνη. Φέρνουμε μουσικούς. Στις όχθες υπάρχουν μιναρέδες. Κι έχει τόσο πολλά λουλούδια που ο αέρας σε μεθάει…