Για να κάνω τους φοιτητές μου να αντιληφθούν τη σημασία της κουλτούρας, του διαβάζω κάθε χρόνο ένα ανέκδοτο:
Είναι 2 νεαρά ψάρια που κολυμπάνε. Κάποια στιγμή συναντούν ένα ηλικιωμένο ψάρι που πηγαίνει στην αντίθετη κατεύθυνση. Τους χαιρετά και λέει: «Γειά σας, παιδιά. Πώς είναι το νερό;» Τα 2 νεαρά ψάρια κολυμπάνε ακόμα λίγο, ύστερα κοιτάζει το ένα το άλλο και λέει: «Μα τι διάολο είναι το νερό;» …
Όπως τα 2 νεαρά ψάρια, έτσι κι εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε τι είναι στ’ αλήθεια το νερό μέσα στο οποίο ζούμε κάθε στιγμή της ύπαρξης μας. Πράγματι, δε συνειδητοποιούμε ότι η λογοτεχνία και οι ανθρωπιστικές γνώσεις, η κουλτούρα και η μόρφωση αποτελούν το ιδανικό αμνιακό υγρό μέσα στο οποίο οι ιδέες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, του κοσμικού χαρακτήρα της κοινωνίας, του δικαιώματος στην κριτική, της ανοχής, της αλληλεγγύης, του κοινού καλού μπορούν να αναπτυχθούν δυναμικά.

– Δεν έχετε καμία φωτογραφία της αδερφής σας;
– Δυστυχώς! Όχι. Αν είχα τις φωτογραφίες μου, θα σας έδειχνα τη βίλα μας στην Πρίγκιπο.
– Τι είναι αυτό, η Πρίγκιπος;
– Είναι νησί, στην Προποντίδα, μια ώρα από την Ιστανμπούλ. Απ’ την αρχή της Άνοιξης, εγκαταλείπουμε την πόλη, και μένουμε στην Πρίγκιπο, γιατί το κλίμα εκεί είναι υπέροχο. Ο καθένας έχει το καΐκι του.
– Το καΐκι;
– Μια ελαφριά βάρκα με πανί. Το βράδυ βλέπετε δεκάδες καΐκια να αρμενίζουν σε μια θάλασσα πιο ήσυχη και από λίμνη. Φέρνουμε μουσικούς. Στις όχθες υπάρχουν μιναρέδες. Κι έχει τόσο πολλά λουλούδια που ο αέρας σε μεθάει…

Δε θα χρησιμοποιήσει πια (τα σύνεργα του μακιγιάζ της, τον κουρκουμά, τη βούρτσα των μαλλιών της, το λεξικό). Δε θα τελειώσει ποτέ (το μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, το φυστικοβούτυρο, το λιπ-γκλος της). Και δε θα ξαναπάω να ξετρυπώσω βιβλία για τα γενέθλια της. Θα σταματήσω να βρίσκω τρίχες της. Θα σταματήσω να την ακούω να αναπνέει.

Σπαστές εικόνες μέσα από ένα τζάμι που το σάρωνε με ράθυμη περιοδικότητα ένας παλιός καθαριστήρας τρίζοντας σε κάθε του σισύφεια επιστροφή στη βάση, το τρύπιο στέγαστρο στο βενζινάδικο, ο νερόλακκος, ύστερα τίποτα, βροχή, κι άλλη βροχή, «τόση υγρασία του έρωτα, τι μας την επιστρέφει» είχε γράψει κάποτε.

«Εσείς γεννηθήκατε κοκκινομάλλα, εγώ επέλεξα να γίνω», είπα αμέσως.
Δεν είμαι πάντα έτσι ετοιμόλογη, αλλά ήταν ένα θέμα που με είχε απασχολήσει πολύ. «Αυτό που για σας είναι δώρο θεού, η μοίρα σας εκ γεννητής, για μένα ήταν συνειδητή επιλογή».
Δεν έδωσα συνέχεια στο θέμα για να μη με θεωρήσει η παρέα αλαζόνα. Είχαν ήδη αρχίσει τα κοροϊδευτικά, ειρωνικά γελάκια. Αν δεν απαντούσα, θα ήταν σαν να ‘λεγα: «Ναι, τα μαλλιά μου είναι βαμμένα», η σιωπή μου θα σήμαινε αμηχανία. Θα αποκτούσαν λάθος γνώμη για τον χαρακτήρα μου, θα σκέφτονταν ότι μου άρεσε να μιμούμαι του άλλους, ότι δεν είχα παρα μόνο κοινές επιθυμίες.
Για μας που αποφασίζουμε κάποια στιγμή να γίνουμε κοκκινομάλλες, αυτό το χρώμα των μαλλιών σημαίνει επιλογή μιας προσωπικότητας. Έβαψα κόκκινα τα μαλλιά μου και στην υπόλοιπη ζωή μου προσπάθησα να μείνω πιστή στην επιλογή μου.

Σημειωνόταν μια γενικότερη προσπάθεια καλλωπισμού της καθημερινότητας. Το πράγμα δεν έβγαινε πια ως είχε. Φέτος η κατάσταση αγρίευε ύπουλα. Την προηγούμενη εβδομάδα, αφού υπέστησαν μια περφόρμανς που κατήγγειλε την καταπάτηση των ζωωδών ενστίκτων εντός του αστικού ιστού και γύρισαν σπίτι πασαλειμμένοι συκωτάκια, τους μπήκαν υποψίες πως ετούτη τη χρονιά η ασχήμια ήταν εύκολο πράγμα. Πως έπρεπε όλοι να προστατεύτούν και να προστατεύσουν. Συμφώνησαν τα πάντα να γίνονται με ομορφιά. Με περιφράσεις, δωδεκασύλλαβους, εφαρμοσμένα μαθηματικά, με αναγωγές στην τέχνη και υψηλής ποιότητος περιπτύξεις. Ένα λάθος στρίψιμο στη ροδέλα του ραδιοφώνου αρκούσε για να γίνει το κακό. Μια αψήφιστη επιλογήθεάματος, βιβλίου παρτενέρ και η μέρα είχε χαθεί.
Η Έρση απεφάνθη πως δεν ήταν καιροί για ευκολίες. Πως η ασχήμια καραδοκούσε. Τους απαγόρευσε να τρώνε δίχως πιάτο. Έπρεπε να παίρνουν τα μέτρα τους και εντός σπιτιού.