Στο δάσος των φύλλων

image

Tελείωσε την προηγούμενη εβδομάδα το μπαζάρ βιβλίων στην Πλατεία Κοραή. Μια τεράστια ουρά με τραπέζια όπου πάνω τους απλώνονταν παλιές εκδόσεις βιβλίων κάθε είδους. Κόσμος πολύς και τα καλαθάκια σούπερ μάρκετ στην είσοδο, σου έδιναν την φάλτσα αίσθηση ότι όντως μπαίνεις σε ένα σούπερ μάρκετ. Αποδείχθηκαν όμως απαραίτητα κυρίως αν είσαι «λαίμαργος», διότι τα βιβλία ήταν όντως σε πολύ καλές τιμές.

Παλιές εκδόσεις βέβαια αλλά τι σημασία έχει; Εκεί θα έβρισκες όλους εκείνους τους λόγους που σε έκαναν να αγαπήσεις, καταρχήν, την ανάγνωση. Εκδόσεις που για πολλές γενιές (και τη δική μου) ήταν το ξεπαρθένιασμα των παιδικών και έφηβων ματιών – μυαλών μας:

Τα εξώφυλλα-ζωγραφιές του Βερν – σαν αφίσες του κλασικού κινηματογράφου – για να είναι ομαλό το πέρασμα σου από τα εικονογραφημένα παιδικά στα πρώτα κείμενα χωρίς εικόνες, οι εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (μιλάμε κορυφή τότε!) που είχαν όλα τα μεγάλα κλασικά αλλά και σύγχρονα ονόματα, τα φροντισμένα βιβλία του Έριχ Φρομ που σχεδόν μονοπωλούσαν τα εξωσχολικά δοκίμια της εφηβείας και σε έκαναν να νιώθεις «κάπως» (εγώ διαβάζω Φρομ ρε!), το old time classic εξώφυλλο  της Δίκης του Κάφκα από τις εκδόσεις Νέος Σταθμός (απαραίτητο αξεσουάρ στα φοιτητικά πηγαινέλα σου με το τραίνο) και πολλές ακόμα εκδόσεις, κάποτε φίρμες και leaders τυπογραφικής αισθητικής και περιεχομένου.

Όποιος λέει ότι το υλικό και το εικαστικό ενός βιβλίου, δεν τον επηρεάζει στο να το διαβάσει, νομίζω ότι δε διαβάζει.

Η αισθητική φυσικά και έχει αλλάξει. Και καλά έχει κάνει. Όλα αλλάζουν. Ναι, ναι ξέρω, έχουμε περάσει στην ανάγνωση από την οθόνη. Δε με χαλάει καθόλου. Στρατόπεδα δε διάλεξα ποτέ. Όλα έχουν την ομορφιά και τους κινδύνους τους.
Όμως εκείνες οι πρώτες σου εκδόσεις, είναι μια ακόμα επιδερμίδα, ένα ακόμα που δεν ξεχνάς ποτέ. Σαν τα πρώτα «πλαγιάσματα».  Σελίδες και σελίδες, ένα ολόκληρο σαιξπηρικό δάσος από φύλλα, έτοιμο να δεχτεί τους «εραστές» της θερινής νύχτας,  σε σμιξίματα που αργότερα θα καθορίσουν τις ζωές τους.

Έστω κι αν το επόμενο πρωί, έχουν ραντεβού με τον Βασιλιά…

Για την Iστορία, αγόρασα:
– Μεγάλα Μουσεία: Βερολίνο Πινακοθήκη – Εκδόσεις Electa (ενόψει του ταξιδιού την Άνοιξης).
– Ο μικρός Μέγας Αλέξανδρος, από τους θησαυρούς της «Διάπλασης των παίδων» του Γρηγόριου Ξενόπουλου– Εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση (για τον ανηψιό Αλέξανδρο).
– Μπέρτολτ Μπρέχτ: Gedichte (ποιήματα) – Εκδόσεις Κοροντζή
– Στάθης Βαλούκος: Ιστορία του Κινηματογράφου – Εκδόσεις Αιγόκερος (εξαιρετικές αφίσες, φωτογραφίες και κείμενα σε 650 σελίδες).

Όλα μαζί… 17 ευρώ!!!! 

cut

image

Ljubljana, Χειμώνας 2002. Στο διαμέρισμα των φοιτητικών εστιών τρώμε μεσημεριανό, εγώ και οι 11 σλοβένοι-ες συγκάτοικοι. Στην κρατική τηλεόραση διαφημίζει τη νυχτερινή προβολή: «To μετέωρο βήμα του πελαργού», στις 22:00 ακριβώς. «Είναι Έλληνας. Θα τον δούμε;» «Είναι καλό;» «Είναι ιδιαίτερος. Θα κεράσω και ουίσκι», τους ρίχνω το δέλεαρ.

Δεν τους λέω ότι στη χώρα μου ο σκηνοθέτης είναι ανέκδοτο. Δεν έχει σημασία. Άλλωστε ζούμε σε μια εποχή που δεν αντιμετωπίζουμε τα έργα τέχνης ως προτάσεις, ως απόπειρες αλλά ερχόμαστε σε επαφή μαζί τους για να δούμε-κρίνουμε αν «είναι καλά» (ούτε καν αν αρέσουν σε εμάς)!

Πάω σούπερ μάρκετ λοιπόν και αγοράζω ένα τζόννυ κόκκινο. Το βράδυ είμαστε όντως όλοι στημένοι μπροστά στην παλιά τηλεόραση στην κουζίνα μας και περιμένουμε να αρχίσει η ταινία. Επόμενο πλάνο… 2 ώρες μετά, εγώ μόνος μου μπροστά στην οθόνη με ό,τι απέμεινε απ’ το ουίσκι. Οι υπόλοιποι σιγά σιγά την κάνανε!

Είπαμε ρε παιδιά, είναι ιδιαίτερος…

Μου άρεσε – όταν μπορούσα να τον αντέξω- γιατί ήταν απόλυτα προσωπικός και πολιτικός, και μακριά από ομοιομορφίες.

Δεν τον ήξερα προσωπικώς. Μόνο μια φορά, πέρσι, έτυχε να βρεθούμε στην ίδια παρέα κοινών γνωστών, σε ένα μπαράκι των Αθηνών. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια του και το χαλαρό – λιτό – του ύφος. Τολμώ να πω νεανικό. Καμία σχέση με την –παππουδίστικη- εικόνα του ανθρώπου που έπαιρνα μέσα από τις συνεντεύξεις του. Ακόμα και αυτές τις μέρες που τον ξαναπροβάλουν τα κανάλια, δε βρίσκω πολλές ομοιότητες με τον άνθρωπο που είχα δίπλα μου εκείνο το βράδυ.

Το παρόν δε γράφεται όμως για τον θάνατο του αλλά για τον λόγο του θανάτου του. Ο Αγγελόπουλος είχε ζητήσει από τη Τροχαία να δεσμεύσει μια περιοχή στη Δραπετσώνα για λίγες μέρες για τα γυρίσματα του. Το προχθεσινό βράδυ έφυγε από τον ασφαλή χώρο των γυρισμάτων και πέρασε μέσα στη νύχτα απένταντι στο δρόμο… προς αναζήτηση καλύτερου πλάνου.

Δεν ήταν ευχαριστημένος και, ανήσυχος, ρίσκαρε για να αναζητήσει το ιδανικό πλάνο.

Με καταλαβαίνεις ε;

Transformations

image

Το συναντώ κάθε πρωί. Κάθε πρωί.

Μέχρι που είπα να του πιάσω κουβέντα:

Είσαι κακοφορμισμένος. Σαν το παιγνίδι σου.
Κι εσύ νομίζεις τη γλυτώνεις επειδή το δικό σου γυαλίζει; Δεν έχασε στιγμή.
– Πώς ζεις;
– Ζητιανεύω, όπως κι εσύ.
Εγώ; Μα τι λες επιτέλους; Ποιος σε έφερε εδώ;
– 2 βλέμματα που άστραψαν μα τράβηξαν τη ματιά τους πριν σβήσει η λάμψη. Και τη ρίξανε λειψή στον τοίχο. Ζντουπ. Και να ‘μαι.
– Γι’ αυτό και το αριστερό σου χέρι;
– Ναι.
– Να γράφεις ξέρεις;
– Κουλαμάρες. Είπε και κάγχασε φτύνοντας μια αχνή αποφορά.
– Να διαβάζεις;
– Ναι, πήγα σχολείο.
– Μάλιστα. Και είσαι μόνος σου εδώ;
– Ναι, η μάνα μου δεν τραγουδά.
– Κι αν έρθουν να… αλλάξουν τον τοίχο;
– Τη βάψαμε! Γελώντας μέσα απ’ τα χείλη σα να το ζούσε για μια στιγμή.
Σ’ ευχαριστώ για την κουβέντα. Έκανα να φύγω. Μόνο που εγώ δε ζητιανεύω.
– Α ναι; Ούτε εγώ. Ανταλλάσω.
– Δηλαδή;
– Εκείνοι μου δίνουν μισό ευρώ κι εγώ τη χαρά να προσφέρουν. Ή την ψευδαίσθηση της φιλανθρωπίας.
– Και όταν ο άλλος δε θέλει να σου δώσει κάτι; Όταν δε θέλει από σένα κάτι;  Όταν δε σου δίνει καν σημασία; Τι κάνεις; Πώς νιώθεις;
– Τότε φίλε μου είναι ακόμα πιο απλό.
– Δηλαδή;
– Σε εκείνον που θέλει από σένα το απολύτως τίποτα, δώσ’ το του απλόχερα…

Μάλιστα. Του έγνεψα «γεια», έβαλα τα ακουστικά από το γυαλιστερό μου παιγνιδάκι, δυνάμωσα το volume και πήγα στη δουλειά μου.

η οσμή των πραγμάτων

image

Ο χρόνος κυλάει πολύ γρήγορα ενώ εσύ θες να τον απολαμβάνεις όσο είναι δυνατόν περισσότερο. Είναι και αυτό που άκουσες πρόσφατα, το «Καμία άλλη μέρα δε θα είσαι τόσο νέος όσο σήμερα» που σε ταρακούνησε λιγάκι.

Αλλάζοντας κανάλι, φέρνεις το τηλεκοντρόλ κάτω από τη μύτη. Ξαφνικά μυρίζεις τη κούρμπα με τη λυχνία που έχει μπροστά. Η μυρωδιά του συγκεκριμένη πλαστικού σού φέρνει στη μνήμη ένα τάβλι στο σπίτι των θείων στο νησί με κάτι πούλια περίεργου χρώματος. Ό,τι ακολούθησε ήταν απλώς μοιραίο…

Τα Καλοκαίρια σπίτι τους, τα χαλαρά μποξεράκια που ήρθαν τότε στη μόδα, ο μεγάλος ξάδερφος αποκοιμισμένος δίπλα σ’ ένα βιβλίο του Ξανθούλη, ο Πιπινέλης, τα πρώτα σου κρυφά κλεμμένα τσιγάρα μάρκας 22.

Η οσμή ήταν πάντα το κρυφό σου όπλο. Η οσμή των πραγμάτων. Η προσωπικότητα αντικειμένων και υποκειμένων μέσα από τη μυρωδιά τους. Μπορούσες πάντα να ανακαλέσεις μυρωδιές. Ακόμα και κοιτάζοντας κάποιον μακριά, να διαισθανθείς την οσμή του. Συνειδητοποιείς πως πλέον δε μυρίζεις. Όχι όπως παλιά. Που το Σάββατο είχε μυρωδιά, το ίδιο και το κυριακάτικό ξύπνημα, το Merito («αυτό με τη λαβή»), ο μπαμπάς, η μαμά, το περιοδικό. Ίσως γι’ αυτό η μέρα μίκρυνε.

Στο νου σου επανέρχονται παλιές κρυφές ταυτίσεις: Ένας συγκεκριμένος τύπος χαρτιού που θυμίζει καρπούζι, ο πόλο της μπαταρίας αίμα, η χλωρίνη εκσπερμάτωση…

Να απλωθεί λοιπόν η μέρα σου. Να απλωθεί. Για να την κάνεις τι;

Μπροστά σου, θρασύτατα, ο γυμνός ηλεκτρικός γλόμπος του αποροφητήρα, ακόμα αναμμένος,  πληρώνει το comeback δίδυμων μυρωδιών. Η γροθιά σου δε του άφηνει περιθώρια παρά να σε πληρώσει με το ίδιο νόμισμα:

Τσαφφφφφφφ

Πετάει θραύσματα, μια λάμψη και φτύνει καπνό στο πρόσωπο σου. Σαν σουπιά που σου αμολάει τη μελάνι της να θολώσεις και να μη μπορέσεις να ξεφύγεις ούτε καν απ’ το σήμερα…

Σε πετυχαίνει στην εισπνοή.

Όχι ρε πούστη μου, έχει τη γεύση του φιλιού της…

(20/10/11)

one for the road

Μια αγαπημένη μου έκφραση που λένε οι αμερικάνοι για το τελευταίο ποτό της βραδιάς.

Στο γνωστό στέκι με κρύο έξω και μέσα  την καλύτερη παρέα (αν και είχαμε απουσίες) και τη γνωστή ποικίλη θεματολογία.

One for the road!

Continue reading “one for the road”

Ανάσες κράτα


Όταν ήμουν μικρός, όπου τύχαινε να με βρει η αλλαγή του χρόνου (σε σπίτια συγγενών δηλαδή), έψαχνα να βρω ένα κλειστό δοχείο-κουτί-βάζο ώστε τη στιγμή που άλλαζε ο χρόνος, έπαιρνα μια μεγάλη ανάσα και ακριβώς στο δευτερόλεπτο της αλλαγής τη φυσούσα μέσα στο δοχείο και έκλεινα γρήγορα το καπάκι. Έτσι κρατούσα φυλαγμένη τη χρονιά εκείνη.

Χωρίς στ’ αλήθεια να έχω πλήρη επίγνωση του γιατί, αντιλαμβανόμουν ότι η ανάσα μας είναι το ισοδύναμο της ζωής μας. Η αναπνοή αλλά και ό,τι αυτό θα μπορούσε τελικά να σημαίνει: όσα είπαμε τον χρόνο που πέρασε, όσα δεν είπαμε, οι γεύσεις, οι δαγκωματιές, οι άνθρωποι που φιλήσαμε και κυρίως η ίδια η πνοή που φυσάει (από) μέσα μας.

Continue reading “Ανάσες κράτα”

νύχτες στον Γαλαξία (σου)

Βρίσκεσαι με (αγαπημένους) φίλους σε (λατρεμένο) μπαρ. Και η κατάσταση είναι ακριβώς όπως την θες: 1. Απόγευμα 2. Χειμώνα 3. Γιορτινή ατμόσφαιρα 4. Επιτρέπεται το κάπνισμα (σςςςςςςς). Το 5ο  στοιχείο που δε χρειάζεται να αναφερθεί καθώς είναι μόνιμη συνοδός σου (και μας) είναι η κρίση.

Μια μπύρα στην αρχή να ξεδιψάσετε όσο κοιτάς αν βρίσκονται στη θέση τους όλα τα κάδρα προσωπικοτήτων που κρέμονται στους τοίχους, χαϊδεύοντας το μικρό μαξιλάρι κατά μήκος της μπάρας.

Ποια είναι η αγαπημένη στάση των αντρών; Όρθιος με ελαφρώς λυγισμένα τα γόνατα και τον έναν αγκώνα να ακουμπά στην άκρη της μπάρας ενώ η παλάμη αγκαλιάζει το κρύσταλλο του ποτηριού παίζοντας με τον ήχο του πάγου.

Continue reading “νύχτες στον Γαλαξία (σου)”