Στην πραγματικότητα,αμυδρό ή πλατύ,το χαμόγελο της πρόδιδε μια κατάσταση που της ήταν ολοένα και πιο ανυπόφορη: όχι ένα αίσθημα ανωτερότητας,όπως σε ορισμένους,αλλά τη γλυκιά και ήρεμη βεβαιότητα εκείνων των ανθρώπων, τόσο σπάνιων στη χώρα των καταναλωτών ψυχοτρόπων ουσιών, που, απλούστατα, νοιώθουν όμορφα. Μια δραστήρια μειονότητα.

τώρα,οι ζωντανοί στον κόσμο είναι περισσότεροι από όλους όσοι πέθαναν στην ιστορία του ανθρώπου. Με άλλα λόγια,αν όλοι ήθελαν να παίξουν τον Άμλετ την ίδια στιγμή,δεν θα μπορούσαν,γιατί δεν θα υπήρχαν αρκετά κρανία.

Τα επόμενα εκατό χρόνια

Έπιασα να δώ

τι θα ‘πρεπε να πρωτομάθω

για να ζωγραφίσω απ’ την αρχή τον κόσμο.

Κι όλα έβγαζαν άθροισμα ηλεκτρονικό

ούτε πουλιά ούτε ψάρια

ούτε τα ίδια απ’ την αρχή

τίποτα όπως ήταν

ή όπως σχεδιάζουν.

Μόνο ένα ατελείωτο πλέγμα πληροφοριών

σ’ ένα ορθολογικό κόσμο που ζυγίζει τ’ ορθολογικό

με το κιλό και το πουλάει χύμα

στα μανάβικα.

Και ξέρεις τι;

Δε φοβήθηκα. Καιρός ν’ αλλάξουνε τα πράγματα.

Καιρός να μείνει το νερό για το νερό

τα ψάρια για τα ψάρια

κι ο άυλος, εναργής άνθρωπος

να επιστρέψει στην αστρόσκονη

και να χαθεί. Ούτε οίκτος

ούτε υπερηφάνεια

ούτε δικαιοσύνη.

Μια σιωπή μονάχα, κοσμική

Θα ‘γραφα ένα μεγάλο γράμμα στα γράμματα.
Θα τούς έλεγα πως δεν φταίνε αυτά
όταν λαθεύω, όταν ανορθόγραφα εξομολογούμαι
όταν παρερμηνεύω τις καλοσύνες της ημέρας
όταν πέφτω σε παράπτωμα και εννοώ
για το θάνατο να ζητώ εξηγήσεις.
Αγαπημένα μου γράμματα, θ’ άρχιζα
χαϊδεμένα μου φωνήεντα, ανθεκτικά σύμφωνα
πώς βγήκατε ξαφνικά σαν μυρμήγκια από τη γη
και μπήκατε σε μιά σειρά, σ’ ένα σκοπό μαυριδερά με κόκκινες βούλες μουσικής.
Εσείς ίσως ξέρετε
γιατί εγώ δεν ξέρω πώς πλάστηκα
από πού έρχονται κείνα τα δάκρυα
που εσείς με τόση φυσικότητα περιγράφετε
τι είναι αυτό που νοσταλγώ σα να το γνώρισα
ξέχασα σα να το ‘χα ζήσει
το περιμένω σα να μου το υποσχέθηκαν
το φοβάμαι σα να με φοβέρισαν
και μοιάζει με νερό
που στην επιφάνεια του καθρεφτίζεται μια έρημος
κι είναι σκληρό σαν ατσάλι το νερό
[…]

Υπάρχει ωστόσο και ένα άλλο ερώτημα που αφορά την Ελλάδα, όσο και την Ιταλία. Πώς είναι δυνατό, δυο λαοί που τροφοδότησαν σχεδόν ενάμιση αιώνα την Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Γερμανία με μετανάστες, να δείχνουν τόσο λίγη κατανόηση για τους μετανάστες που έρχονται στη χώρα τους; Η Ελλάδα έζησε πάνω από μισό αιώνα, εξαρτημένη από τα εμβάσματα των Ελλήνων της Αμερικής, του Καναδά και της Αυστραλίας. Και έζησε κοντά άλλες τρεις δεκαετίες, εξαρτημένη από τα εμβάσματα των γκασταρμπάιτερ της Δυτικής Γερμανίας. Και όμως ελάχιστοι σκέφτονται και κατανοούν αυτούς που σε κάποια άκρης της Αφρικής ή της Ασίας περιμένουν εναγωνίως τα εμβάσματα των δικών τους από την Ελλάδα.

Στον πεζόδρομο κάτω από το διαμέρισμα που μένω υπάρχει ένα δημόσιο τηλέφωνο. Όλη μέρα, αλλά συχνά και τη νύχτα, ακούω τους μετανάστες να ουρλιάζουν για να ακουστούν ποιος ξέρει σε ποια άκρη της γης. Καποιες φορές όμως, αντί για τις δικές τους φωνές, ακούω τις αγωνιώδεις φωνές των Ελλήνων γκασταρμπάιτερ στη δεκαετία του ’60, όταν τηλεφωνούσαν από κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό της Γερμανίας, στις οικογένειές τους στην Ελλάδα.

Είμαστε ένας λαός με κοντή μνήμη, ακόμα και για τη δική μας μοίρα.

Μια μέρα και μια νύχτα καλοκαιριού. Με τις αισθήσεις σε υπερδιέγερση. Περιμένοντας τη βροχή να τα ξεδιψάσει όλα. Τα μέσα και τα έξω. Που γίνονται ένα. Ένα κορίτσι. Ο λυρισμός υγραίνει τον πόθο και τη δίψα που φτάνουν στα όρια του σωματικού πόνου. Σαν το σώμα της γης. Μια καλοκαιρινή ιστορία για την ένωση. Μικρή και δυνατή.