Σταματάει και παίρνει μια χούφτα πατάτες. Τις βάζει στο στόμα της όλες μαζί. Την κοιτάζω. Το στόμα της είναι μπουκωμένο με πατάτες. Μια απ’ όλες δεν έχει χωρέσει και ξεμυτίζει από την άκρη των χειλιών της. Τρώει σαν λιχούδικο παιδί. Πιστεύω πως ένας ακόμα λόγος που την αγαπάω είναι ο τρόπος που τρώει τις πατάτες. Εγώ χρησιμοποιώ πιρούνι. Δηλαδή χρησιμοποιούσα. Τώρα τις παίρνω κι εγώ με το χέρι, αλλά μία μία και ύστερα σκουπίζω τα δάχτυλα μου στη χαρτοπετσέτα. Απέναντι μου βλέπω ένα κόκκινο στόμα γεμάτο πατάτες, με μια να προεξέχει, δυο λακκάκια κάτω από δυο ρόδινες κηλίδες και θέλω σαν τρελός να τη φιλήσω.

Είχε παραβεί τόσους και τόσους κανόνες, από την εποχή που φιλοδοξούσε ακόμα ν’ αλλάξει τον κόσμο με την πένα του. Είχε πολύ άσχημη εικόνα για τον εαυτό του, μόνο σουρωμένος μπορούσε να τον αγαπήσει, όταν η παράξενη επίδραση του αλκοόλ τού άνοιγε ξανά το δρόμο της παιδικής ηλικίας και του ονείρου. Τότε μόνο, τα όριά του φαίνονταν λιγότερο οριστικά.

“Ναι, αγαπητέ συνάδελφε. Ο κόσμος δεν είναι κείνος που νομίζαμε. Αλλάξαμε, λοιπόν, κι εμείς μούτρα. Αυτό είναι όλο κι όλο. Η φάτσα μας δεν είναι παρά ένα λάθος που το σκατοφωτίζουν πυώδεις μπανάλ ρεκλάμες”.

Γραφειοκρατία, κωλυσιεργία, ανικανότητα. “Αυτό είναι το τρίπτυχο που ορίζει τη ζωή μας στην Ελλάδα” λέω μέσα μου, με την ικανοποίηση ότι το εντόπισα.

Ο Γερμανός Μακρίδης δε μπορούσε να καταλάβει την ελληνική γραφειοκρατεία και κυρίως αυτό που σωστά λέι ο Δημητράκος (στο λεξικό του): την προσήλωση “εις του τύπους κατά την διεκπαιραίωσιν υποθέσεων, η και επιφέρουσα παρέκλυσιν αυτών”.

Όσο αφορά την κωλυσιεργία, αυτή έχει προχωρήσει πολύ από την εποχή του Δημητράκου, που θεωρούσε ότι ήταν η “παρεμπόδισις των εργασιών ιδ. της Βουλής ή άλλου συνεδρίου”. Σήμερα έχει γίνει θεσμός που εξαφαλίζει την ασφάλεια του εργαζόμενου στο Δημόσιο. Κάνεις το λιγότερο δυνατό όσο γίνεται πιο αργά, γιατί έτσι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο και δεν κουράζεσαι.

Αν σ’αυτά τα δύο επισυνάψουμε και την ανικανότητα, που είναι διάχυτη, να το το τρίπτυχο. Ο δύστυχος Μακρίδης δεν μπορούσε να συλλάβει την έκταση της ανικανότητας, γιατί ήταν Γερμανός και δεν καταλάβαινε ότι στην Ελλάδα δεν επιλέγονται οι άριστοι. Γι’ αυτό και βρήκαμε τη “διαδικασία”, που ο Μακρίδης βάπτισε δαίμονα. Δεν είναι δαίμονας, είναι το μέσο για τη διασφάλιση της ανικανότητας των ημετέρων.

Ο χρόνος στην Κωνσταντινούπολη διαστέλλεται, χάνει τη βαρύτητα του, τα σύννεφα και ο ουρανός αγκυλώνονται στις μύτες των μιναρέδων στάζοντας την ξεχωριστή υγρασία της Ιστορίας. Δεν έχει σημασία πόσο ενημερωμένος είσαι. Η υγρασία θα σε διαπεράσει με την τεχνική του ονείρου, θες δε θες. Και η μαγνητοφωνημένη πια φωνή του μουεζίνη θα σε παρασύρει σε δυσοίωνες σκέψεις, αν όντως εισακούγονται οι προσευχές σε αυτό το βαθύτατα ασεβές τοπίο, το “εξουσιοδοτημένο” από τους θεούς να ασκεί την ψευδαίσθηση μιας ασυνάρτητης αιωνιότητας.

Τεχνο-λογία / λογο-τεχνία

Εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζω την ίδια άποψη: ότι η διάζευξη «είτε τεχνολογία, είτε πνεύμα» είναι απόλυτα λανθασμένη. Το ίδιο και η διάζευξη «τεχνολογία και ποιότητα ζωής».

H αντιπαράθεση αυτή ανήκει σε εκείνη την κατηγορία προβλημάτων που οι φιλόσοφοι αποκαλούν ψευδοπροβλήματα. Τα ψευδοπροβλήματα είναι το κατ΄ εξοχήν γνώρισμα των «κουλτουριάρηδων» – δηλαδή των ψευτοδιανοούμενων. Με αυτά τρέφονται, με αυτά ζουν. Οι τεχνητές αντιθέσεις τους πλουτίζουν και τους συντηρούν. Χρειάζονται πάντα κάποιους εξωτερικούς εχθρούς – πότε είναι τα εμπορικά «κυκλώματα», πότε τα media, πότε η τεχνολογία.

Η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας είναι δείγμα ανασφάλειας και, τις περισσότερες φορές, άγνοιας. Ο ισχυρισμός ότι η τεχνολογία αντιστρατεύεται το πνεύμα παραβλέπει δύο πολύ βασικές αλήθειες:

α) Η τεχνολογία είναι ένα πνευματικό επίτευγμα. (Για τους κουλτουριάρηδες πνεύμα είναι μόνον η τέχνη – όχι όμως και οι θετικές επιστήμες). Προϋποθέτει φαντασία, ευρηματικότητα, ευφυΐα. Έχω πει ότι ένα μηχάνημα είναι ό,τι και ένα βιβλίο – η υλοποιημένη έμπνευση του δημιουργού του. Ένα μηχάνημα διαβάζεται όπως ένα βιβλίο. Αρκεί να ξέρεις να το διαβάσεις.

β) Η τεχνολογία συνεργάζεται με το πνεύμα και το προεκτείνει από τότε που το πρώτο κάρβουνο ζωγράφισε τις πρώτες τοιχογραφίες στις σπηλιές – και το πρώτο καλέμι πελέκησε τα πρώτα γράμματα. Ακόμα και το ταπεινό μολύβι, τεχνολογικό επίτευγμα είναι.

Θα έλεγα μάλιστα ότι το πνεύμα δεν μπορεί να εκφραστεί χωρίς τεχνολογία. Τι θα ήταν η μουσική χωρίς την τεχνολογία των οργάνων; Για να μην αναφερθώ σε καθαρά «τεχνολογικές» τέχνες, όπως η αρχιτεκτονική, ο κινηματογράφος ή η φωτογραφία. Κάποια δόση τεχνολογίας υπάρχει σε κάθε τέχνη. (Είναι αυτό που οι παλιοί ονόμαζαν εργαστήρι – métier).

Οι αντι-τεχνολόγοι έχουν μία πολύ στενή έννοια της τεχνολογίας. Είναι συνήθως η κάθε καινούργια εξέλιξη. Π. χ. η τυπογραφία δεν είναι – πια – ενώ η φωτοσύνθεση «σκοτώνει την ομορφιά του βιβλίου». Αλλά όταν εφευρέθηκε η τυπογραφία και αυτή «σκότωνε την ομορφιά του χειρογράφου».

Κάθε φορά που αλλάζει η τεχνολογία, οι κουλτουριάρηδες της εποχής κραυγάζουν «βοήθεια, πεθαίνει το πνεύμα!» μέχρι να συνηθίσουν και να μάθουν να χρησιμοποιούν τα νέα μέσα. (Συνήθως η επόμενη γενεά…) Έτσι φώναζαν και με τον Γουτεμβέργιο, και τον Nadar (εφευρέτη της φωτογραφικής μηχανής) και τον Meliés (του κινηματογράφου) κλπ.

Η νοοτροπία αυτή είναι απίστευτα στενόμυαλη και συντηρητική. Ο άνθρωπος είναι ζώον τεχνολογικόν, homo technologicus περισσότερο κι από sapiens. Είναι το μόνο πλάσμα που υπάρχει και επιβιώνει χάρη στην τεχνολογία (έχω πει ότι είναι η Δαρβινική του μετάλλαξη). Όλα του τα δημιουργήματα, ακόμα και τα καλλιτεχνικά, είναι ΚΑΙ τεχνολογικά.

Πέρα από το ότι μερικές φορές υπάρχει καθαρή ομορφιά και στην ίδια την τεχνολογία – ακόμα κι όταν δεν είναι μέρος μιας τέχνης. Απλώς, πρέπει να ξέρεις να την διαβάζεις.

Κι αν υπάρχει σε κάποιον άγνωστο τόπο, ένας έντιμος άνθρωπος, ικανός να σε κυβερνήσει και να σε αγαπήσει, λησμόνησε τον. Δεν θα καταδεχόταν να ευτελίσει την αξιοπρέπειά του για να λερωθεί στον βούρκο της διαμάχης των κομμάτων. Θα ήταν πολύ υπερήφανος για να ζητήσει την εκπροσώπηση σου, την οποία, εσύ, πάντα εκχωρούσες αποκλειστικά στο κυνικό θράσος, στη χυδαιότητα και το ψέμα.