Το Πέρα των Ελλήνων

Το Πέρα, όπως και πολλές άλλες περιοχές της Πόλης, αντιμετώπιζε για χρόνια πρόβλημα ύδρευσης, και έτσι οι κάτοικοι υποχρεώνονταν να προμηθεύονταν νερό από πηγάδια, στέρνες ή δημόσιες βρύσες. Το 1732 ο Μαχμούτ Α΄κατασκεύασε ένα υδραγωγείο που έλυσε σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα αυτό της περιοχής, δίνοντας παράλληλα στην πλατεία το όνομα της, από τη λέξη ταξίμ, που σημαίνει «διανέμω, μοιράζω».

Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου

Η ματαιότητα των πάντων και η σημασία κάθε πράξης που έκανε ο καθένας περιέχονταν μέσα στα τείχη αυτής της ίδιας αυλής… Είτε καθόταν εκεί είτε γύριζε στο εκλογικό τμήμα ήταν το ίδιο. Το τσιγάρο είχε τελειώσει. Τι περίμενε ακόμα; «Όποιος ενεργεί σωστά μέσα στην Ιστορία- δοκίμασε να συμπεράνει- ακόμα κι αν ο κόσμος είναι το «Κοτολένγκο», έχει δίκιο». Και πρόσθεσε βιαστικά «Βέβαια, το να έχει κανείς δίκιο είναι πολύ λίγο».

Παλιώνουν οι άνθρωποι

Αποδείχθηκε πως ήταν παντρεμένη η κυρία. Και με πλούσιο μάλιστα. Έναν έμπορο, χρυσοχόο. Το ‘βλεπες επάνω της άλλωστε: χρυσό ρολόι, χρυσά κολιέ, χρυσά σκουλαρίκια, χρυσά βραχιόλια. Περίτεχνα και πανάκριβα όλα… Τον αγαπούσε πρώτα, λέει, τον άντρα της, παραδεχόταν τις ιδέες του, σχεδόν τον έβρισκε και πολύ έξυπνο. Της έλεγε, να πούμε, τότε, για τον Αντρέα, ότι εδώ δεν κατάφερε να φέρει τον σοσιαλισμό ο Χριστός και θα τον φέρει ο Αντρέας;

Το Αγριότρενο

Τώρα βρισκόμουν μόνος σε ένα άγνωστο δάσος. Θα μπορούσε να είναι ένας άγνωστος πλανήτης. Ο πλανήτης Δάσος […] Κοίταξα και ξανακοίταξα ό,τι έφτανε το μάτι μου να δω αλλά δεν υπήρχε τίποτα γνώριμο. Δεν ήξερα προς ποια κατεύθυνση να πάω. Προσπάθησα να σκεφτώ ψύχραιμα. Εκεί πάνω είχα μόνο ένα σύμμαχο. Τον εαυτό μου.

ηπειρώτικο μοιρολόι

Στη βορειοδυτική Ελλάδα, η μουσική αποτελεί και σήμερα ένα θεραπευτικό εργαλείο. Όταν πηγαίνω σε κάποιο πανηγύρι, ακούω συχνά μια φράση πριν έρθουν οι μουσικοί να παίξουν σ’ έναν άνθρωπο. Οι χωρικοί θα πούνε στον κλαριντζή: «Φτιάξε μας», δηλαδή «διόρθωσε μας», «γιάτρεψε μας», «κάνε μας καλά»…

Όταν ένα τηλεοπτικό κανάλι επέλεξε, σε έναν διεθνή αγώνα μπάσκετ να καλύψει το όνομα της «Μακεδονίας», βάζοντας πάνω στο καντράν όπου αναγρόφονταν τα ονόματα των δύο χωρών ένα κομμάτι από το παρκέ του γηπέδου, δεν έκανε, στην ουσία κάτι διαφορετικό από εκείνο που προέκρινε η πολιτική ηγεσία της χώρας: όταν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί μαζί μας, τόσο το χειρότερο για την ίδια.
Το τραύμα φωνάζει. Κακοφορμίζει και πρέπει γρήγορα να ασχοληθούμε μαζί του. Όσο το αφήνουμε, τόσο πιο βαθιά πηγαίνει, δηλητηριάζοντας τις γενιές που έρχονται. Πιστεύουμε πως όσα έθνη ομολογούν θαρεττά, πρωτίστως, στον εαυτό τους, τις πικρές αλήθειες και τα κλεισμένα στο ντουλάπι μυστικά τους, μόνο κερδισμένα βγαίνουν. Η ελληνική κοινωνία, δυστυχώς, δεν έχει κάνει τολμηρά βήματα αυτοκριτικής και επιλέγει να κουκουλώνει διάφορα τραυματικά ζητήματα του παρελθόντος, ιδίως αυτά που ονομάζει «εθνικά ζητήματα», για να μην υποχρεωθεί σε μια επώδυνη αναμέτρηση με τον εαυτό της. Ας αναμετρηθούμε λοιπόν με τις ανασφάλειες και τις φοβίες μας, ώστε να δούμε, τελικά, τι και πόσο αξίζουν.

Η συμμετοχή στα δρώμενα της δημοκρατίας μάς φαίνεται να καθοδηγείται από την ικανοποίηση της στιγμής που προσφέρουν το Twitter, το Snapchat, το Facebook και η εικοσιτετράωρη ροή ειδήσεων. Χρησιμοποιούμε τη μοντέρνα τεχνολογία για να επανέλθουμε σε πρωτόγονα ήδη ανθρώπινων σχέσεων. Τα ΜΜΕ ξέρουν τι πουλά: Οι συγκρούσεις και οι διχογνωμίες. Που είναι γρήγορα κι εύκολα πράγματα. Πολύ συχνά ο θυμός είναι πιο αποτελεσματικός από τις απαντήσεις. Η πικρία από τη λογική. Τα συναισθήματα νικάνε τις αποδείξεις. Ένα φαρισαϊκό και περιφρονητικό μήνυμα της μιας αράδας, όσο εξωπραγματικό κι αν είναι, αντιμετωπίζεται ως ειλικρινές, ενώ μια ψύχραιμη τεκμηριωμένη απάντηση θεωρείται τυποποιημένη και ψεύτικη. Μου θυμίζει ένα παλιό πολιτικό ανέκδοτο: Γιατί τον αντιπάθησες στη στιγμή; Για να κερδίσω πολίτιμο χρόνο.