Δε θα χρησιμοποιήσει πια (τα σύνεργα του μακιγιάζ της, τον κουρκουμά, τη βούρτσα των μαλλιών της, το λεξικό). Δε θα τελειώσει ποτέ (το μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, το φυστικοβούτυρο, το λιπ-γκλος της). Και δε θα ξαναπάω να ξετρυπώσω βιβλία για τα γενέθλια της. Θα σταματήσω να βρίσκω τρίχες της. Θα σταματήσω να την ακούω να αναπνέει.

Σπαστές εικόνες μέσα από ένα τζάμι που το σάρωνε με ράθυμη περιοδικότητα ένας παλιός καθαριστήρας τρίζοντας σε κάθε του σισύφεια επιστροφή στη βάση, το τρύπιο στέγαστρο στο βενζινάδικο, ο νερόλακκος, ύστερα τίποτα, βροχή, κι άλλη βροχή, «τόση υγρασία του έρωτα, τι μας την επιστρέφει» είχε γράψει κάποτε.

«Εσείς γεννηθήκατε κοκκινομάλλα, εγώ επέλεξα να γίνω», είπα αμέσως.
Δεν είμαι πάντα έτσι ετοιμόλογη, αλλά ήταν ένα θέμα που με είχε απασχολήσει πολύ. «Αυτό που για σας είναι δώρο θεού, η μοίρα σας εκ γεννητής, για μένα ήταν συνειδητή επιλογή».
Δεν έδωσα συνέχεια στο θέμα για να μη με θεωρήσει η παρέα αλαζόνα. Είχαν ήδη αρχίσει τα κοροϊδευτικά, ειρωνικά γελάκια. Αν δεν απαντούσα, θα ήταν σαν να ‘λεγα: «Ναι, τα μαλλιά μου είναι βαμμένα», η σιωπή μου θα σήμαινε αμηχανία. Θα αποκτούσαν λάθος γνώμη για τον χαρακτήρα μου, θα σκέφτονταν ότι μου άρεσε να μιμούμαι του άλλους, ότι δεν είχα παρα μόνο κοινές επιθυμίες.
Για μας που αποφασίζουμε κάποια στιγμή να γίνουμε κοκκινομάλλες, αυτό το χρώμα των μαλλιών σημαίνει επιλογή μιας προσωπικότητας. Έβαψα κόκκινα τα μαλλιά μου και στην υπόλοιπη ζωή μου προσπάθησα να μείνω πιστή στην επιλογή μου.

Σημειωνόταν μια γενικότερη προσπάθεια καλλωπισμού της καθημερινότητας. Το πράγμα δεν έβγαινε πια ως είχε. Φέτος η κατάσταση αγρίευε ύπουλα. Την προηγούμενη εβδομάδα, αφού υπέστησαν μια περφόρμανς που κατήγγειλε την καταπάτηση των ζωωδών ενστίκτων εντός του αστικού ιστού και γύρισαν σπίτι πασαλειμμένοι συκωτάκια, τους μπήκαν υποψίες πως ετούτη τη χρονιά η ασχήμια ήταν εύκολο πράγμα. Πως έπρεπε όλοι να προστατεύτούν και να προστατεύσουν. Συμφώνησαν τα πάντα να γίνονται με ομορφιά. Με περιφράσεις, δωδεκασύλλαβους, εφαρμοσμένα μαθηματικά, με αναγωγές στην τέχνη και υψηλής ποιότητος περιπτύξεις. Ένα λάθος στρίψιμο στη ροδέλα του ραδιοφώνου αρκούσε για να γίνει το κακό. Μια αψήφιστη επιλογήθεάματος, βιβλίου παρτενέρ και η μέρα είχε χαθεί.
Η Έρση απεφάνθη πως δεν ήταν καιροί για ευκολίες. Πως η ασχήμια καραδοκούσε. Τους απαγόρευσε να τρώνε δίχως πιάτο. Έπρεπε να παίρνουν τα μέτρα τους και εντός σπιτιού.

Να μια ανάμνηση: Ο Σάμιουελ κάθεται στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, καθώς ταξιδεύουν προς την πόλη των γονιών του στη Αΐόβα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Η μαμά και ο μπαμπάς κάθονται μπροστά κι εκείνος αποφεύγει την πλευρά που είναι ο ήλιος και κοιτάει από το παράθυρο το τοπίο… Παιρνούν τον Αυτοκινητόδρομο 67, με το ποτάμι στα δεξιά, κι έξω απ’ το παράθυρο , ο Σάμιουελ βλέπει να περνούν τα βενζινάδικα που διαφημίζουν ζωντανά δολώματα, τις αμερικανικές σημαίες να κυματίζουν πάνω στα γραφεία Ένωσης Βετεράνων Ξένων Πολέμων και δημόσια πάρκα και γήπεδα του γκολφ και εκκλησίες και βάεκς, σποραδικές εμφανίσεις του σήματος των τρακτέρ John Deere ραμμένο σε μανίκια, σποραδικοί χαρλεάδες να σηκώνουν το αριστερό τους χέρι για να χαιρετήσουν άλλους χαρλεάδες που έρχονται από απέναντι, να περνάνε το λατομείο, να περνούν τις ταμπέλες για το όριο ταχήτυτας που επιβάλλεται αυστηρά και άλλες πινακίδες, κάποιες τρυπημένες από σκάγια –ΕΛΑΦΙΑ ΣΤΑ 3 ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ, ΠΡΟΣΟΧΗ: ΕΙΣΟΔΟΣ – ΕΞΟΔΟΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ, Ο ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ KIWANIS. Μετά να φαίνονται τα ερυθρόλευκα φουγάρα του εργοστασίου αζώτου, μετά οι γιγαντιαίες λευκές δεξαμενές του εργοστασίου προπανίου Ανατολικής Αϊόβας, οι τερατώδεις εγκαταστάσεις της εταιρείας ChemStar… Αποθήκες εργαλείων φτιαγμένες από λαμαρίνα. Βοηθητικά γκαράς με τοίχους φτιαγμένους από άβαφα μονωτικά υλικά. Σπίτια με τρία ή τέσσερα ή ακόμα και πέντε λειτουργικά και ενίοτε επιμελώς συντηρημένα και φανταχτερά αυτοκίνητα. Νεαροί με μοτοποδήλατα και πορτοκαλί σημαιούλες να ανεμίζουν πάνω απ’ το κεφάλι τους. Πιτσιρικάδες να οδηγάνε τετράτροχες γουρούνες και εντούρο μοτοσικλέτες στα λιβάδια.

Ο Αχμέτ ξανατυλίγει την κασέτα των Supertramp, τη βάζει στο κασετόφωνο και πατάει το play για να δει αν παίζει ακόμη. Ύστερα σωριάζεται στο αναποδογυρισμένο στρώμα του και αποκοιμιέται με τα ρούχα, με την πόρτα ανοιχτή, τη στιγμή που ακούγονται τα πρώτα ακόρντα του Logical Song, με τη σκέψη ότι κι αυτός, όταν ήταν μικρός, έβρισκε τη ζωή όμορφη, μαγική, γεμάτη θαύματα και ότι, αν τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει, δεν αισθάνεται ο ίδιος υπεύθυνος γι’ αυτό, αλλά ούτε αρκετά επαναστάτης για να τ’ αλλάξει.