Να μια ανάμνηση: Ο Σάμιουελ κάθεται στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, καθώς ταξιδεύουν προς την πόλη των γονιών του στη Αΐόβα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Η μαμά και ο μπαμπάς κάθονται μπροστά κι εκείνος αποφεύγει την πλευρά που είναι ο ήλιος και κοιτάει από το παράθυρο το τοπίο… Παιρνούν τον Αυτοκινητόδρομο 67, με το ποτάμι στα δεξιά, κι έξω απ’ το παράθυρο , ο Σάμιουελ βλέπει να περνούν τα βενζινάδικα που διαφημίζουν ζωντανά δολώματα, τις αμερικανικές σημαίες να κυματίζουν πάνω στα γραφεία Ένωσης Βετεράνων Ξένων Πολέμων και δημόσια πάρκα και γήπεδα του γκολφ και εκκλησίες και βάεκς, σποραδικές εμφανίσεις του σήματος των τρακτέρ John Deere ραμμένο σε μανίκια, σποραδικοί χαρλεάδες να σηκώνουν το αριστερό τους χέρι για να χαιρετήσουν άλλους χαρλεάδες που έρχονται από απέναντι, να περνάνε το λατομείο, να περνούν τις ταμπέλες για το όριο ταχήτυτας που επιβάλλεται αυστηρά και άλλες πινακίδες, κάποιες τρυπημένες από σκάγια –ΕΛΑΦΙΑ ΣΤΑ 3 ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΑ, ΠΡΟΣΟΧΗ: ΕΙΣΟΔΟΣ – ΕΞΟΔΟΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ, Ο ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ KIWANIS. Μετά να φαίνονται τα ερυθρόλευκα φουγάρα του εργοστασίου αζώτου, μετά οι γιγαντιαίες λευκές δεξαμενές του εργοστασίου προπανίου Ανατολικής Αϊόβας, οι τερατώδεις εγκαταστάσεις της εταιρείας ChemStar… Αποθήκες εργαλείων φτιαγμένες από λαμαρίνα. Βοηθητικά γκαράς με τοίχους φτιαγμένους από άβαφα μονωτικά υλικά. Σπίτια με τρία ή τέσσερα ή ακόμα και πέντε λειτουργικά και ενίοτε επιμελώς συντηρημένα και φανταχτερά αυτοκίνητα. Νεαροί με μοτοποδήλατα και πορτοκαλί σημαιούλες να ανεμίζουν πάνω απ’ το κεφάλι τους. Πιτσιρικάδες να οδηγάνε τετράτροχες γουρούνες και εντούρο μοτοσικλέτες στα λιβάδια.

Ο Αχμέτ ξανατυλίγει την κασέτα των Supertramp, τη βάζει στο κασετόφωνο και πατάει το play για να δει αν παίζει ακόμη. Ύστερα σωριάζεται στο αναποδογυρισμένο στρώμα του και αποκοιμιέται με τα ρούχα, με την πόρτα ανοιχτή, τη στιγμή που ακούγονται τα πρώτα ακόρντα του Logical Song, με τη σκέψη ότι κι αυτός, όταν ήταν μικρός, έβρισκε τη ζωή όμορφη, μαγική, γεμάτη θαύματα και ότι, αν τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει, δεν αισθάνεται ο ίδιος υπεύθυνος γι’ αυτό, αλλά ούτε αρκετά επαναστάτης για να τ’ αλλάξει.

Έχει γίνει πια αποδεκτό μέρος της σύγχρονης κουλτούρας μας να πιστεύουμε ότι όλοι μας είμαστε προορισμένοι για κάτι πραγματικά εξαιρετικό. Το λένε οι διασημότητες. Το λένε οι πετυχημένοι επιχειρηματίες. Το λένε οι πολιτικοί. Το λέει ακόμα και η Όπρα (άρα θα πρέπει να είναι αλήθεια).
Ο καθένας μας μπορεί να γίνει εξαιρετικός. Το μεγαλείο είναι κάτι που αξίζουμε όλοι. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν συνηδειτοποιούν ότι η κατάφαση αυτή είναι από τη φύση της αντιφατικοί – αν όλοι ήταν ξεχωριστοί, τότε, εξορισμού κανείς δεν θα ήταν ξεχωριστός. Αντί να αναρωτηθούμε τι πραγματικά μάς αξίζει και τι όχι, καταπίνουμε το μήνυμα αμάσητο και ζητάμε περισσότερα.
Το να είναι κανείς «μέτριος», έχει γίνει το νέο μέτρο της αποτυχίας […] Αν αποδεχθείς την αρχή ότι η ζωή σου αξίζει μόνο αν είσαι σημαντικός και σπουδαίος, τότε ουσιαστικά αποδέχεσαι το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι (μαζί με αυτούς και εσύ) είναι ανίκανοι και άχρηστοι.
Οι σπάνιοι άνθρωποι που κατορθώνουν να γίνουν πράγματοι εξαιρετικοί σε κάτι, δεν το κάνουν επειδή πιστεύουν ότι είναι εξαιρετικοί. Αντιθέτως, έγιναν καταπληκτικοί επειδή είχαν εμμονή με τη βελτίωση τους. Αυτή η εμμονή στη βελτίωση προέρχεται από την αλάνθαστη πεποίθηση τους ότι, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι και τόσο σπουδαίοι.
Όλες αυτές οι μπούρδες σχετικά με το ότι «ο καθένας μπορεί να είναι εξαιρετικός και να πετύχει κάτι σπουδαίο», απλώς χαϊδεύουν τον εγωισμό σας. Είναι ένα μήνυμα που έχει ωραία γεύση όταν το τρως αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα περισσότερο από κενές θερμίδες, που σας φουσκώνουν και σας χοντραίνουν συναισθηματικά, το παροιμιώδες χάμπουργκερ Big Mac για την καρδιά και το μυαλό σας.
Το κλειδί της συναισθημετικής υγείας, όπως και της σωματικής υγείας προέρχεται από την κατανάλωση λαχανικών – με άλλα λόγια, με την αποδοχή των βαρετών και κοινότοπων αληθειών της ζωής: Αλήθειες όπως: «οι πράξεις σου δεν έχουν τόση σημασία στην γενική εξέλιξη των πραγμάτων» και «η ζωή σου στο μεγαλύτερο μέρος της, θα είναι βαρετή και ανάξια λόγου, αλλά δε χρειάζεται να στεναχωριέσαι για αυτό». Η δίαιτα των λαχανικών θα έχει αρχικά άσχημη γεύση. Πολύ άσχημη. Θα αποφεύγετε να την υιοθετήσετε. Όταν όμως θα χωνέψετε το σώμα σας θα αρχίσει να νοιώθει πιο δυνατό και πιο ζωντανό. Στο κάτω κάτω, έτσι θα φύγει από πάνω σας η συνεχής πίεση να κάνετε κάτι καταπληκτικά, να είστε το επόμενο σπουδαίο πρόσωπο.

H Αθήνα μέσα από το πολλαπλώς ερμηνευόμενο τοπίο της, προβάλλει ως ένα παλίμψηστο επιθυμιών, προβολών και προσδοκίας, συλλογικής και ατομικής, με στοιχεία ρεαλισμού και ουτοπίας. Σε μία σήραγγα χρόνου, το τοπίο της Αθήνας μάς εμπεριέχει με αμοιβαιότητα, καθώς κι εμείς το εμπεριέχουμε ως χρήστες, αποδέκτες και πομποί του «αστικού» τρόπου. Δεν ξέρω πόσες φορές έχω κοιτάξει την Ακρόπολη συνειδητά ή όχι, και δεν ξέρω με ποιον τρόπο περνάει κάθε φορά μία αίσθηση επιβεβαίωσης για τον τόπο, αναγνώρισης για την στιγμή, αυτοπροσδιορισμού για τη συνείδηση.

H Μαριώ ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών όταν φόρεσε το νυφικό. Ήταν ένα άσπρο σεντόνι που πάνω του ράφτηκαν δαντέλες απ’ τα εργόχειρα που έφτιαχνε η μάνα της κατά καιρούς. Ήταν βαρύ και ίσιο, γιατί οι ώμοι της ήταν στεγνοί και το σώμα της κοκκαλιάρικο και στεγνό. Στήθος δεν είχε ακόμα καλό και η μάνα της της έβαλε δυο κουρέλια που τα έραψε απ’ τη μέσα μεριά για να την κάνει να φαίνεται κάπως γυναίκα και κάπως μεγαλύτερη, γιατί ο κόσμος είχε μεγάλο στόμα και κακό στόμα. Έτσι, μ’ αυτό το νυφικό, ένα κλαδί αμυγδαλιάς που στέριωσαν με φουρκέτες στα μαλλιά της και με λίγο παντζαρόζουμο που βάλανε στα χείλη της, την κατέβασαν προς την εκκλησιά.