η εποχή της υποκρισίας

Πέτρος Μάρκαρης – εκδόσεις Γραβριηλίδης

«Και πώς σας ήρθε η υπογραφή “Στρατιά των Εθνικών Ηλιθίων”, όταν είσαστε μόνο τέσσερις;»…
«Δεν είμαστε μόνο τέσσερις. Είμαστε ολόκληρη η μεσαία τάξη. Η μεσαία τάξη είναι η στρατιά των εθνικών ηλιθίων. Εμείς πληρώνουμε αναλογικά την πιο βαριά φορολογία, όταν άλλοι βρίσκουν πάντα των τρόπο να γλυτώνουν τους φόρους, όπως ο Φωκίδης. Εμείς κινδυνεύουμε να μείνουμε άνεργοι, είτε επειδή στα πενήντα μας είμαστε ακριβοπληρωμένοι και με περιορισμένο εργάσιμο μέλλον είτε επειδή κλείνουμε τα μαγαζιά μας λόγω της κρίσης. Εμείς πληρώναμε μια ζωή τα ταμεία, και τώρα, όταν βγαίνουμε στην σύνταξη, κόβουν πρώτα και απανωτά τις δικές μας συντάξεις. Δεν είμαστε βολεμένοι, δεν ανήκουμε στο πελατειακό κράτος, δουλεύουμε σκληρά, και το κράτος μάς επιβραβεύει με τα μεγαλύτερα βάρη. Η μεσαία τάξη είναι η στρατιά των εθνικών ηλιθίων.»

εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Primo Levi – εκδόσεις Άγρα

Πόσο αδύναμη είναι η σάρκα μας! Έχω πλήρη συναίσθηση του πόσο μάταιες είναι αυτές οι ονειροπολήσεις των πεινασμένων αλλά δεν είμαι η εξαίρεση στον κανόνα και μπροστά στα μάτια μου χορεύουν τα ζυμαρικά που μόλις είχαμε ετοιμάσει η Βάντα, η Λουτσιάνα, ο Φράνκο κι εγώ, στο στρατόπεδο διαλογής στην Ιταλία, όταν ξαφνικά ήρθε η είδηση ότι την επομένη θα φεύγαμε για το Άουσβίτς. Κι ενώ τρώγαμε (τόσο ωραία κίτρινα και δεμένα) τα αφήσαμε στη μέση, οι ανόητοι, οι παράλογοι: Αν ξέραμε!

εδώ στου δρόμου τα μισά

Τι μπορεί να πάθει κάποιος μετακομίζοντας τα βιβλία του!

Αυτές τις ημέρες ολοκληρώθηκε η κατασκευής μιας μεγάλης βιβλιοθήκης στο κάστρο-ρετιρέ της Ελληνορώσων, στο νέο μου σπίτι. Το σχέδιο να συγκεντρώσω όλα μου τα βιβλία μαζί, βαίνει καλώς. Κουβαλάω συνέχεια κούτες με βιβλία από το πατρικό της Νίκαιας, αδειάζοντας τις εκεί βιβλιοθήκες και γωνιές. Προχτές, ήρθε η ώρα για την κρυψώνα του θεάτρου. Έπεσα πάνω σε αγαπημένα μου βιβλία που διάβαζα ξανά και ξανά, που με αυτά ξυπνούσα και κοιμόμουν, τα μάθαινα απέξω, τσάκιζα φύλλα και υπογράμμιζα συνεχώς κομμάτια τους, προσπαθώντας, τότε, να καταλάβω τα μυστικά της λειτουργίας της θεατρικής πράξης.

Ακόμα προσπαθώ.

Σε άλλον τομέα πια, σε άλλο πόστο, ακόμα προσπαθώ να δω από μέσα την (ανα)παράσταση του φαινομένου της ζωής. Όμως πια, χωρίς να έχω κάτω από τη μασχάλη μου εκείνους που με ενέπνευσαν και με οδηγούσαν.

Αυτούς που συνάντησα, σήμερα, λόγω της μετακόμισης, τόσο καιρό μετά: Τον Μάμετ, τον Όιντα, τον Μπάρμπα, τον αγαπημένο μου Πήτερ Μπρουκ.

Κι αν «έφτασε ή ώρα να το πω», που λέει και ο Ποιητής, πως «άλλα είν’ εκείνα που αγαπώ γι’ αλλού, γι’ αλλού ξεκίνησα», δεν είναι επειδή έχω το «Παράπονο» του τίτλου του – ζούμε τις επιλογές μας, άλλωστε- αλλά για να διασώσω μέσα μου, σκόρπια έστω, κομμάτια από εκείνη την όρεξη, τη γλύκα, από εκείνον το κόσμο που έχει μέσα του τόση ποίηση όση και πραγματικότητα, που απαιτεί αφοσίωση, την οποία εγώ μπορεί να μην του έδωσα αλλά προσήλθα σε αυτόν… διαθέσιμος.

Κι τέτοιος θέλω να παραμένω, όπου και αν με οδηγούν οι επιλογές μου: Σαν να είμαι δηλαδή εγώ, κι όχι άλλος.

η θεραπεία των αναμνήσεων

Φανατικός εφημεριδοφάγος, δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το καθημερινό φύλλο. Σε αντίθεση με συναδέλφους που ξημεροβραδιάζονταν στο ίντερνετ, εγώ μισούσα να διαβάζω από την οθόνη του υπολογιστή… Όσες προσπάθειες είχα κάνει να διαβάσω χρησιμοποιώντας οθόνες αφής διαφορετικού μεγέθους, είχαν πέσει στο κενό. Τα χέρια μου αποζητούσαν το τυπωμένο χαρτί, η μύτη μου είχε συνηθίσει την αχνή έστω μυρωδιά του μελανιού, τ’ αυτιά μου τον ήχο των σελίδων που γύριζαν.

το παιδί

Ήμουν οχτώ χρονών και του πήγα με το κανάτι γάλα απ’ την αγελάδα μας. Καθόταν στη σάλα με το φανελάκι, μ’ έναν ξεθυμασμένο ανεμιστήρα στο πρόσωπο. Έτρωγε κεράσια από μια γαβάθα. Ήταν τότε πενηνάρης. Δεν δούλευε πια, η λίμνη του ‘χε πάρει τα κτήματα. Είχε χτιστεί το φράγμα, ο Αλιάκμονας πλημμύρισε τον κάμπα. Απ’ τα εξήντα στρέμματα τού είχαν μείνει δύο, στην όχθη της λίμνης. Κάτω απ’ το νερό είχαν θαφτεί οι αγροί με το κριθάρι, ένα μικρό μαντρί και το σπίτι όπου ξεκουράζονταν οικογενειακώς όταν βράδιαζε και δεν πρόφταιναν να ανηφορίσουν στο χωριό. Όλ’ αυτά τα απαλλοτρίωσε η ΔΕΗ για το έργο. Ο Γιάννης ζούσε με τα λεφτά της αποζημίωσης.

Κράτα το φως ανοιχτό

Για την Άννα, που δεν έγινε ποτέ ζωγράφος. Που μεγάλωσε και τώρα είναι δημόσιος υπάλληλος στο ΚΕΠ του νησιού. Και βάζει σφραγίδες και υπογραφές. Και βγάζει φωτοτυπίες και τα σκουπίδια, όταν φεύγει κάθε μέρα στις 14:00. Και στις 14:15, όταν ξεκλειδώνει την πόρτα του σπιτιού της, δεν κοιτάζει ποτέ αριστερά στον τοίχο. Εκεί που είναι κρεμασμένος ο πίνακας της. Που είχε φτιάξει δεκαπέντε χρόνια πριν. Που είχε κερδίσει και βραβείο. Κι ο άντρας της έφτιαξε την κορνίζα, για να τον κλείσει μέσα, για να τον προστατέψει. Και τον κρέμασε από καμάρι για τη γυναίκα του. Που δεν ήταν σαν τις άλλες κοπέλες του χωριού. Εκείνη ήταν ταλατούχα.

Τα τελευταία μου λόγια

Όταν ο πληθυσμός της γης άρχισε να μειώνεται, έψαχναν όλοι να βρουν τον λόγο: τον ένα και μοναδικό. Αυτό πια είχε γίνει η κύρια ανθρώπινη δραστηριότητα… Έφτιαχνε λοιπόν ο καθένας τη θεωρία του, όχι για να βοηθήσει με κάποιο τρόπο να αποφευχθεί το προαναγγελθέν τέλος, αλλά με μοναδικό σκοπό του να πείσει του άλλους. Όπως έχει συμβεί τόσο συχνά στην ανθρώπινη ιστορία, ήταν για τον καθένα πιο σημαντικό να πείσει του άλλους πως είχε δίκιο παρά να αναστρέψει τη ροή των γεγονότων.