Η Νίτσα από τότε που το γέννησε, τ’ άφησε όλα. Δουλειά, φίλους, τον Στέλιο, τον εαυτό της. Από πάνω του συνέχεια. Δύσκολο μωρό, πιο δύσκολο από τα άλλα, σκεφτόταν. Κάθε που έπιανε το μωρό να τσιρίζει, η Νίτσα έβαζε ωτοασπίδες. Κι άσχημο! Είναι φυσιολογικό να μοιάζουν τόσο πολύ τα εγγόνια στους παππούσες τους; “Σαν να το ‘κανες με τον πατέρα σου είναι ο μικρός, Νιτσάκι”, της πέταξε η Μένη η γειτόνισσα όταν ήρθε για τα καλορίζικα , εκατόν δέκα κιλά η Μένη, το γέλιο της τράνταζε την πολυκατοικία. Τον είχε στο μάτι τον πατέρα της από παλιά, τον γλυκοκοίταζε, έτσι της φάνηκε της Νίτσας τώρα. […]

Μια διεστραμμένη σκέψη πέρασε ξυστά από το κεφάλι της Νίτσας, πως νά, η Μένη μπορεί και να τη ζήλευε που έκανε, κατά τα δικά της λεγόμενα, παιδί εκείνη με τον Χαράλαμπο τον πατέρα της και όχι η αφεντιά της! Φυσικά, ήταν απολύτως σίγουρη πως το παιδί ήταν του Στέλιου, όμως αυτό το παιχνίδισμα του μυαλού, το μωρό να ήταν του Χαράλαμπου, της έβγαλε ένα μικρό χαμογελάκι εκδίκησης απέναντι στη σκύλα γειτόνισσα. Κι ύστερα το χαμογελάκι μεγάλωσε κι άλλο όταν σκέφτηκε τη μάνα της, την κερατωμένη από την ίδια της την κόρη μάνα, που όλο παρατηρήσεις, πάντα παρατηρήσεις για το πώς έκανε τα πράγματα από μικρή η Νίτσα, κι όλο αντιρρήσεις με τις επιλογές της και όλο γκρίνια και μιζέρια, ακόμη και στα καλά που έκανε η κόρη της, πάντα έβρισκε κάτι άσχημο να πει.

“Το παιδί είναι του Χαράλαμπου, Μένη. Το παιδί είναι του Χαράλαμπου, μάνα. Να ένα κουτσομπολιό για τον απογευματινό σας καφέ.”

Δεύτερο γνώρισμα της κιννεζικής αντίληψης της αποτελεσματικότητας: η κινεζική αποτελεσματικότητα είναι διακριτική. Δεν βλέπουμε το φυτό που αναπτύσσεται. Ομοίως δεν βλέπουμε τον στρατηγό που ενεργεί σε προκαταρκτικό στάδιο, βοηθώντας τις συνθήκες να ωριμάσουν. Ενεργώντας σε προκαταρκτικό επίπεδο, επηρεάζει τις περιστάσεις όσο αυτές είναι ακόμα εύπλαστες και εύκαμπτες, δίχως να χρειάζεται να ασκήσει πίεση, πολύ περισσότερο δε θα ασκήσει βία. Ο κόπος φαίνεται. Η προοδευτική επέλαση του αποτελέσματος, όχι.

«Ο μεγάλος στρατηγός δεν έχει τίποτα το αξιέπαινο: ούτε μεγάλη σουφία, ούτε μεγάλη ανδρεία». Πράγμα που σημαίνει ότι οι μεγάλοι στρατηγοί, ή μάλλον εκείνοι που αφελώς αποκαλούμε «μεγάλους» στρατηγούς, εκείνους που δοξάζουμε, εκείνοι για τους οποίους χτίζουμε αγάλματα, είναι στην πραγματικότητα κακοί στρατηγοί. Γιατί; Γιατί ακριβώς χρειάστηκε να επιστρατεύσουν την ιδιοφυΐα τους ή την ανδρεία τους. Γιατί πέτυχαν τη νίκη με δυσκολία, με ηρωισμό, δραματικά και, συνεπώς, θεαματικά. Αντίθετα, ο Σουν Τζου λέει πως ο μεγάλος στρατηγός δεν έχει τίποτα το αξιέπαινο, ούτε μεγάλη σοφία, ούτε μεγάλη ανδρεία. Κι αυτό γιατί μεγάλος στρατηγός είναι εκείνος που μπόρεσε να εντοπίσει από πολύ νωρίς τα ευνοϊκα στοιχεία , τους πρόσφορους παράγοντες, και να τα αξιοποιήσει προς όφελος του. Σιγά-σιγά, αβίαστα, λάθρα. Ώστε, όταν τελικά μπαίνει στη μάχη , κι εφόσον έχει ήδη νικήσει, ο κόσμος να μπορεί να πει: ήταν εύκολο, είχε κριθεί εξ αρχής. Και οι άνθρωποι να νομίζουν πως θα το μπορούσε ο καθένας. Η νίκη πρέπει να μοιάζει σαν να προκύπτει φυσικά από την κατάσταση. Να δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν χρειαζόταν ούτε προσπάθεια ούτε επινοητικότητα. Να μοιάζει αυτονόητη, να μην απαιτεί ούτε να διακινδυνεύσεις ούτε να ξεχωρίσεις: αυτή είναι η μεγάλη στρατιγική. Το μέγιστο κατόρθωμα είναι να ενεργήσεις έτσι ώστε να φαίνεται πως ο καθένας θα μπορούσε να κατορθώσει αυτό που πέτυχες.

Γιατί νοιάζομαι για λάθος πράγματα και δε δίνω δεκάρα για τα σωστά; Ή, για να το θέσω αλλιώς: Πώς γίνεται να βλέπω τόσο καθαρά ότι όλα όσα αγαπώ ή με αγγίζουν είναι μια ψευδαίσθηση, κι ωστόσο- για μένα τουλάχιστον- σ’ αυτήν ακριβώς τη σαγήνη να κρύβονται όλα αυτά για τα οποία αξίζει να ζώ;

Ένα πολύ λυπηρό γεγονό;, το οποίο αρχίζω μόλις να συνειδητοποιώ: Δεν επιλέγουμε οι ίδιοι την καρδιά μας . Δεν μπορούμε να αναγκάσουμε τον εαυτό μας να επιθυμεί αυτό που είναι καλό για εμάς ή ευεργετικό για τους άλλους. Δε διαλέγουμε εμείς τι είδους άνθρωποι είμαστε.

Γιατί μήπως δεν αγωνίζονται όλι να μας χώσουν στο κεφάλι, ήδη από την παιδική μας ηλικία, την αδιαμφισβήτητη κοινοτοπία; Από τον Ουίλιαμ Μπλέικ μέχρι τη Lady Gaga, από τον Ζαν-Ζακ Ρουσό μέχρι το σούφι ποιητή Τζελαλεντίμ Ρουμί και την Τόσκα και τον τηλεοπτικό ιεροκήρυκα Μίστερ Ρότζερς, το μήνυμα είναι παράδοξα πανομοιότυπο, παγκοίνως αποδεκτό: Όταν αμφιβάλλουμε, τι κάνουμε; Πώς ξέρουμε ποιο είναι το σωστό για εμάς; Κάθε ψυχίατρος, κάθε σύμβουλος σπουδών, κάθε πριγκίπισσα του Ντίσνεϊ ξέρει την απάντηση: «Να είσαι ο εαυτός σου». «Ακολούθησε την καρδιά σου».

Έτσι, φτάνουμε σε αυτό που ήθελα να βρισκόταν κάποιος να μου εξηγήσει: Τι γίνεται αν κάποιος έχει μια καρδιά την οποία δε μπορεί να εμπιστευτεί; Τι γίνεται αν η καρδιά, για τους δικούς της άγνωστους λόγους, τον οδηγεί εσκεμμένα, μέσα σε ένα σύννεφο απερίγραπτης αίγλης, μακριά από οτιδήποτε υγιές κι αγαπημένο, μακριά από πολιτικές ευθύνες και ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς και όλες τις καθολικά αποδεκτές αρετές, ωθώντας τον κατευθείαν προς την ακαταμάχητη σαγήτη του ολέθρου, της αυτοπυρπόλησης, της καταστροφής; Αν ο βαθύτερος εαυτός σου σε οδηγεί με τραγούδια και τερτίπια ίσια προς την πυρά, είναι προτιμ΄μοτερο να του γυρίσεις την πλάτη; Να βουλώσεις τα αφτιά με κερί; Να αγνοήσεις το τραγούδι των Σειρήνων που ψάλλει εκκωφαντικά η καρδιά σου; Να ακολουθήσεις το μονοπάτι που θα σε βγάλει στη νόρμα, λογικά ωράρια και τακτικά τσεκάπ, σταθερές σχέσεις και προδιαγεγραμένη επαγγελματική εξέλιξη, New York Times και έξοδος για κυριακάτικο πρόγευμα, και όλα αυτά με την υπόσχεση ότι , κατά μία έννοια, θα είσαι καλύτερο άτομο; Ή είναι προτιμότερο να βουτήξεις με το κεφάλι και γελώντας στην ιερή μανία που σε καλεί με το όνομα σου;

Δεν έχει να κάνει με το φαίνεσθαί, με την εξωτερική όψη των πραγμάτων αλλά με την εσωτερική σημασία. […] Με αυτήν την πρώτη αναλαμπή της απόλυτης ετερότητας, μέσα στην οποία αναπτύσσεσσαι διαρκώς και θάλλεις.

Ένας εαυτός που δεν τον θες. Μια καρδιά που δεν μπορείς να την αλλάξεις.

Ο άνθρωπος είναι μια ανακατανομή του τίποτα” που όμως “με πέντε φωνήεντα, δεκαοκτώ σύμφωνα και τριάντα φθόγγους -σε ο,τι αφορά τα ελληνικά- συνομιλεί με το συμπάν

Σταματάει και παίρνει μια χούφτα πατάτες. Τις βάζει στο στόμα της όλες μαζί. Την κοιτάζω. Το στόμα της είναι μπουκωμένο με πατάτες. Μια απ’ όλες δεν έχει χωρέσει και ξεμυτίζει από την άκρη των χειλιών της. Τρώει σαν λιχούδικο παιδί. Πιστεύω πως ένας ακόμα λόγος που την αγαπάω είναι ο τρόπος που τρώει τις πατάτες. Εγώ χρησιμοποιώ πιρούνι. Δηλαδή χρησιμοποιούσα. Τώρα τις παίρνω κι εγώ με το χέρι, αλλά μία μία και ύστερα σκουπίζω τα δάχτυλα μου στη χαρτοπετσέτα. Απέναντι μου βλέπω ένα κόκκινο στόμα γεμάτο πατάτες, με μια να προεξέχει, δυο λακκάκια κάτω από δυο ρόδινες κηλίδες και θέλω σαν τρελός να τη φιλήσω.

Είχε παραβεί τόσους και τόσους κανόνες, από την εποχή που φιλοδοξούσε ακόμα ν’ αλλάξει τον κόσμο με την πένα του. Είχε πολύ άσχημη εικόνα για τον εαυτό του, μόνο σουρωμένος μπορούσε να τον αγαπήσει, όταν η παράξενη επίδραση του αλκοόλ τού άνοιγε ξανά το δρόμο της παιδικής ηλικίας και του ονείρου. Τότε μόνο, τα όριά του φαίνονταν λιγότερο οριστικά.

“Ναι, αγαπητέ συνάδελφε. Ο κόσμος δεν είναι κείνος που νομίζαμε. Αλλάξαμε, λοιπόν, κι εμείς μούτρα. Αυτό είναι όλο κι όλο. Η φάτσα μας δεν είναι παρά ένα λάθος που το σκατοφωτίζουν πυώδεις μπανάλ ρεκλάμες”.

Γραφειοκρατία, κωλυσιεργία, ανικανότητα. “Αυτό είναι το τρίπτυχο που ορίζει τη ζωή μας στην Ελλάδα” λέω μέσα μου, με την ικανοποίηση ότι το εντόπισα.

Ο Γερμανός Μακρίδης δε μπορούσε να καταλάβει την ελληνική γραφειοκρατεία και κυρίως αυτό που σωστά λέι ο Δημητράκος (στο λεξικό του): την προσήλωση “εις του τύπους κατά την διεκπαιραίωσιν υποθέσεων, η και επιφέρουσα παρέκλυσιν αυτών”.

Όσο αφορά την κωλυσιεργία, αυτή έχει προχωρήσει πολύ από την εποχή του Δημητράκου, που θεωρούσε ότι ήταν η “παρεμπόδισις των εργασιών ιδ. της Βουλής ή άλλου συνεδρίου”. Σήμερα έχει γίνει θεσμός που εξαφαλίζει την ασφάλεια του εργαζόμενου στο Δημόσιο. Κάνεις το λιγότερο δυνατό όσο γίνεται πιο αργά, γιατί έτσι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο και δεν κουράζεσαι.

Αν σ’αυτά τα δύο επισυνάψουμε και την ανικανότητα, που είναι διάχυτη, να το το τρίπτυχο. Ο δύστυχος Μακρίδης δεν μπορούσε να συλλάβει την έκταση της ανικανότητας, γιατί ήταν Γερμανός και δεν καταλάβαινε ότι στην Ελλάδα δεν επιλέγονται οι άριστοι. Γι’ αυτό και βρήκαμε τη “διαδικασία”, που ο Μακρίδης βάπτισε δαίμονα. Δεν είναι δαίμονας, είναι το μέσο για τη διασφάλιση της ανικανότητας των ημετέρων.

Ο χρόνος στην Κωνσταντινούπολη διαστέλλεται, χάνει τη βαρύτητα του, τα σύννεφα και ο ουρανός αγκυλώνονται στις μύτες των μιναρέδων στάζοντας την ξεχωριστή υγρασία της Ιστορίας. Δεν έχει σημασία πόσο ενημερωμένος είσαι. Η υγρασία θα σε διαπεράσει με την τεχνική του ονείρου, θες δε θες. Και η μαγνητοφωνημένη πια φωνή του μουεζίνη θα σε παρασύρει σε δυσοίωνες σκέψεις, αν όντως εισακούγονται οι προσευχές σε αυτό το βαθύτατα ασεβές τοπίο, το “εξουσιοδοτημένο” από τους θεούς να ασκεί την ψευδαίσθηση μιας ασυνάρτητης αιωνιότητας.