Τώρα εσυ τι με
λες υπομονή να κάμω κι ολα θα σιάξουνε; Σιάζουνε, τζάνιμ, αυτά; Αυτοί εδώ ούτε
να φάνε δεν ξεύρουνε. Εμείς στην Πόλη, έτσι ήμαστανε, μπρε Χρήστο; Που είναι τα
μεζεκλίκια μας, που είναι τα φαγιά μας, πού είναι τα γλυκά μας, δε με λες εσύ;
Πού είναι τα βούτυρα, τα τυριά, τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα μας; Είδες πουθενά
τις μπαϊράμ-πασά εγγινάρες μας, τα αϊσεκαντιν φασουλάκια μας, είδες πουθενά
μοσχομυριστά σεφτάλια σαν εκείνα της Μπούρσας που μισό κιλό το ένα ήτανε;…
Πού είναι εκείνα τα σουτζούκια, τα Απίκογλου, οι παστουρμάδες, οι τσίροι και οι
λακέρδες μας; Και τα ψάρια μας; Έφαγες εδώ παλαμίδα, έφαγες καλκάνι, για βάτο,
χελιδονόψαρα; Τα γλυκά μας πάλε; Εκείνα που παίρναμε από του Χατζημπεκίρη κι
απ’ το Σαράι στο Πέρα; Που είναι το ταούκγκιοκσου, τα παρμάκια, το καζάντιπι,
οι μπακλαβάδες και τα κανταΐφια, οι εζμέδες, οι ασουρέδες και τα κιεσκιούλα
μας; Αυτοί σάνα δεν ξεύρουνε να φάνε είναι… Μονάχα για την πολιτική ξεύρουνε
να μιλούνε, μονάχα η πολιτική τούς νοιάζει, από το πρωί ώς το βράδυ πολιτικά
μιλούνε και τρώγουνται… Δεν βλέπεις τι γίνεται; Ολο συγκεντρώσεις και
διαδηλώσεις κάμνουνε, συνέχεια φωνάζουνε, μια το ένα θέλουνε, μια το άλλο
θέλουνε, κι αυτοί οι ίδιοι τι θέλουνε δεν ξεύρουνε, σαλόζηδες είναι με
φαίνεται.

Οι μιναρέδες του Σουλεϊμανιέ, του Γενί Τζαμί, της Αγια-Σοφιάς και του Σουλταναχμέτ, σαν πενάκια στο χέρι παλιών μαστόρων, προσπαθούσαν να γράψουν στον ουρανό που σκοτείνιαζε γράμματα της αραβικής καλλιγραφίας. Στα νερά του Κεράτιου όπου τρεμοπαίζουν οι ανταύγειες του φωτός, πηγαινοέρχονται τα πλοιάρια και οι βάρκες, ενώ στο κάτω επίπεδο της γέφυρας του Γαλατά σχηματίζεται μια βροχή από τις πετονιές που ρίχνουν απο πάνω εκατοντάδες άνθρωποι που ψαρεύουν… Στην απέναντι όχθη, εκεί όπου ήταν το αυτοκρατορικό Παλάτι των Βλαχερνών που είδε κι έζησε πολλά, τώρα είναι αραδιασμένα μαγαζάκια, σπίτια φτιαγμένα εκ των ενόντων και ψαροταβέρνες. Εδώ είναι και οι φυλακές του Ανεμά με τη ζοφερή όψη. […]
«Για δες θέαμα! Μπορεί ο άνθρωπος να μην ανατριχιάσει κοιτώντας αυτή την πόλη; Σε όλες τις άλλες πόλεις, ένας και μόνο πολιτισμός είναι κυρίαρχος, ενώ εδώ η παγκόσμια ιστορία είναι στοιβαγμένη σε στρώματα, το ένα πάνω στ’ άλλο. Παγανιστικό, εβραϊκό, ορθόδοξο, καθολικό, ισλαμικό. Το ‘ξερες ότι κάποτε στους δρόμους αυτής της πόλης ομιλούνταν τριάντα εννέα γλώσσες συγχρόνως; Είναι δυνατόν να μη γοητευτεί κάποιος γνωρίζοντας το; Κοίτα, κοίτα! Δεν είναι παραμυθένιος πολιτισμός αυτός που βλέπεις; Έτσι κι αλλιώς με παραμύθια διατηρήθηκε ζωντανός επί χιλιάδες χρόνια. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν κι αυτή παραμυθένια. Η πόλη είχε πάντα της δική της δυναμική που δεν αλλάζει με τίποτ. Σε κάθε εποχή τα ίδια: πλούτος, εξουσία, ίντριγκα, εξέγερση, βία, φιληδονία. Επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, απλώς με διαφορετικό περίβλημα.»

Βγήκα από το
ντουζ, τυλίχτηκα γρήγορα με μια πετσέτα, αφού πια έτρεμα από την παγωνιά. Έριξα
μια δεύτερη στο κεφάλι μου, σκούπισα με δύναμη τα μαλλιά μου, για να μη στάζουν
και με παγώνουν περισσότερο, και είδα τούφες από τρίχες, πολλές ακόμα
κολλημένες στο δέρμα του κρανίου, να μαζεύονται στην πετσέτα. Καθάρισα τους
αχνούς από τον καθρέφτη και παραλίγο να μη με γνωρίσω. Ζαρωμένο δέρμα  στο πρόσωπο, τραβηγμένα χείλη, μοβ ούλα, τα
εξόφθαλμα μάτια μου με κοιτούσαν γεμάτα τρόμο και απορία, ενώ από το κρανίο μου
έλειπαν κομμάτια ολόκληρα με τρίχες και δέρμα. Σ’ ένα μπάλωμα είδα ακόμα κι ένα
κομμάτι κόκκαλο να εξέχει. Άφησα την πετσέτα να πέσει από πάνω μου.

Ο τούρκικος καφές και τα 40 χρόνια

image

Μια ιστορία λέει πως ο καφές πέρασε από την Υεμένη στην Τουρκία. Περίπου 450 χρόνια πριν, ο Διοικητής της Υεμένης Özdemir Pasa τον έφερε στην Πόλη. Μετά το 1615, Βενετοί έμποροι και μετά το 1650 έμποροι από τη Μασσαλία πήγαν τον καφέ στην Ευρώπη και από εκεί πια σε όλον τον ντουνιά. Ο καφές είναι πολύ σημαντικός για την κουλτούρα της Τουρκίας. Από την υποδοχή και τη φιλοξενία μέχρι τα προξενειά. Πάμπολλα τα τραγούδια και οι εκφράσεις γι’ αυτόν. Χαρακτηριστικά, υπάρχει μία που μπορούμε να την αποδώσουμε ως εξής: “Κέρασε με, φτιάξε μου έναν καφέ κι εγώ δε θα σε ξεχάσω για 40 χρόνια”. 

“Bir kahvenin kırk yıl hatırı vardır”

Τα βιβλία,  η χρήσιμη σιωπή της ανάγνωσης & ο ενοχικός βιβλιοκουβαλητής

image

Φέτος δεν έκανα ρεζουμέ του 2016. Για πολλούς λόγους. Όχι ότι λείψανε οι ωραίες στιγμές, τα ταξίδια, οι μπάρες, ο έρωτας, οι φίλοι, τα βιβλία. Αλλά… άστο!

Μια στάνταρ αναφορά όμως για κάθε χρονιά που τελειώνει, είναι τα βιβλία. Όχι, δεν είμαι βιβλιοφάγος. Δυστυχώς, όπως άλλωστε θα διαπιστώσει όποιος με παρακολουθεί στο #fayumreading.

Διαβάζω αργά (είμαι βραδύνους) και δεν και έχω πολύ χρόνο (φτηνή δικαιολογία αυτό). Έχω μανία όμως να αγοράζω νέους τίτλους και να τους στοιβάζω, με την ηλίθια κάθε φορά ελπίδα ότι θα τα διαβάσω. Διατηρώ μάλιστα και προφίλ στο Goodreads.com

Οι τίτλοι των βιβλίων μού είναι αρκετοί αλλά βρίσκονται διασκορπημένοι ανάμεσα στο πατρικό του Πειραιά, στο υπόγειο του σε κούτες (από την περίοδο της Θεσσαλονίκης και στο Ελληνορώσων όπου τα τελευταία χρόνια διαμένω ως «σώγαμπρος».

Η κατασκευή μιας μεγάλης βιβλιοθήκης στο σαλόνι του Ελληνορώσων, η οποία να είναι ικανή να φιλοξενήσει αρκετα από όλα αυτά τα άστεγα βιβλία, είναι ένας στόχος για το 2017. Ένα νιου γίαρς ρεζολούτιον που λένε και στο χωριό σου. Φυσικά δε θα την φτιάξω εγώ, γιατί ως γνωστόν δεν τραβάω ευθεία γραμμή ούτε με χάρακα.  Την κατασκευή της θα αναλάβει η «σπιτονοικοκυρά» μου (και κυρά μου) Ηλέκτρα, που πιάνουν τα χέρια της. Είναι η Elektron Just με το justdiy.gr

Καιρό τη συζητάμε τη βιβλιοθήκη και νομίζω κοντεύει η ώρα της. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, η Ηλέκτρα έκατσε και μου έφτιαξε ένα ξεχωριστό, όμορφο και χρήσιμο δώρο λόγω εορτών: Τον βιβλιοκουβαλητή.

Ο βιβλιοκουβαλητής που βλέπετε έχει ροδάκια από κάτω αλλά και σχοινιά –χερούλια στο πλάι για τη μεταφορά του. Εσύ μεταφέρεις τον βιβλιοκουβαλητή και εκείνος τα βιβλία. Μάλιστα, για να μη χρειαστεί να τον κουβαλάς στα χέρια, της έχω ζητήσει να προσθέσει ένα μακρύ σκοινί για να τον τραβάω όρθιος από δωμάτιο σε δωμάτιο. Αν τον φτιάξεις κι εσύ, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ως έπιπλο στο σαλόνι για τα βιβλία αλλά και τα περιοδικά και τις εφημερίδες.

Τον φόρτωσα με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω φέτος (φαντάζομαι θα προστεθούν και άλλα) και τώρα πια μπορώ να τα έχω σε όποιο δωμάτιο βρίσκομαι. Αυτό βολεύει για πολλούς λόγους, κυρίως γιατί δε διαβάζω ένα βιβλίο και περνάω σε άλλο αλλά πολλά βιβλία ταυτόχρονα.

Ο βιβλιοκουβαλητής, για ένα ενοχικό και ψυχαναγκαστικό άτομο σαν εμένα μπορεί να φανεί χρήσιμος και για έναν ακόμα λόγο: Τον δένεις στο πόδι σου και τον σέρνεις μαζί σου μέσα στο σπίτι, όταν αράζεις μπροστα στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, για να μη χαζεύεις με τόσα βιβλία αδιάβαστα… ακριβώς δίπλα σου κάθε στιγμή.  Γίνεται υλική προέκταση των τύψεων σου, κυριολεκτικά βαρύνουσα, γι’ αυτό και ενοχικός ο ίδιος ο βιβλιοκουβαλητής.

Η ανάγνωση είναι από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής μου. Και όποτε εχω την πολυτέλεια να διαβάζω, είμαι πολύ χαρούμενος.

Ας είναι αυτό μια ευχή αλλά και ένας στόχος για το 2017: Να διαβάζουμε περισσότερο, ο καθένας ό,τι θέλει. Μας κάνει καλό για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι συντελεί στην «χρήσιμη σιωπή», με τόση μπουφόνικη φλυαρία γύρω μας, κάνουμε καλό στον εαυτό μας αλλά και στους δίπλα μας.

Άλλωστε, όπως έγραψε και ο George R.R. Martin: Ένας αναγνώστης ζει χιλιάδες ζωές πριν πεθάνει. Ένας άνθρωπος που ποτέ του δε διαβάζει, ζει μόνο μία.

Καλή φώτιση, μέρα που είναι!