Το βιβλιοπωλείο των μικρών θαυμάτων

Monica Gutierrez – Μετάφραση Κάλλια Ταβουλάρη – Εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Έντουαρντ Λίβινγκστον είχε χάσει το μέτρημα, δεν ήξερε πόσα χρόνια ήταν βιβλιοπώλης. Δεν επρόκειτο για επαγγελματικό πάθος, ήταν θέμα επιβίωσης: ο κύριος Λίβινγκστον καταλάβαινε καλύτερα τα βιβλία από τους ανθρώπους. Αν και αυτή η τελευταία παρατήρηση δεν ήταν απολύτως σωστή -υπάρχουν εξαιρέσεις ακόμα και για τον πιο επιτήδειο βιβλιοπώλη-, γιατί η ζωή σ’ ένα βιβλιοπωλείο είχε πολλά βιβλία και λίγους πελάτες.

10 Λεπτά και 38 Δευτερόλεπτα σ’αυτόν τον Παράξενο Κόσμο

Ελιφ Σαφάκ – Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου – Εκδόσεις Ψυχογιός

Στο τοπικό χαμάμ που επισκέπτονταν οι πόρνες μία φορά την εβδομάδα, έπλενε κι έτριβε το σώμα της, ώσπου πύρωνε και κατακοκκίνιζε και επιστρέφοντας, έβραζε τα σεντόνια της και τις μαξιλαροθήκες της. Μάταιος κόπος. Τα παράσιτα ξανάρχονταν ανελλιπώς.

Η Τελευταία Μπλόφα

Το παρασκήνιο του 2015 – Οι συγκρούσεις – Το Plan B
Ελένη Βαρβιτσιώτη, Βικτωρία Δενδρινού – Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Έτσι, στις 6 Μαρτίου, ο Βαρουφάκης απέστειλε στις Βρυξέλλες έναν ενδεκασέλιδο κατάλογο με τα προτεινόμενα μέτρα, το περιεχόμενο των οποίων όμως ήταν τουλάχιστον ανορθόδοξο. Ένα από αυτά, για παράδειγμα, προέβλεπε να προσληφθούν φοιτητές, νοικοκυρές και τουρίστες ως κρυφοί ελεγκτές που θα προέβαιναν σε καταγραφή φορολογικών παραβιάσεων, εφοδιασμένοι με μικρόφωνα και μικροκάμερες. Θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να παταχθεί η εκτεταμένη φοροδιαφυγή. «Μόνο και μόνο η “είδηση” ότι χιλιάδες ανεπίσημοι “΄παρατηρητές” των φορολογικών αρχών, εξοπλισμένοι με όργανα καταγραφής ήχου και εικόνας, βρίσκονται παντού, αρκεί για να αλλάξουν όλα πολύ γρήγορα» ανέφερε η επιστολή του. Στις Βρυξέλες νόμιζαν ότι τους έκαναν πλάκα.

Μάργκαρετ Θάτσερ – Η ζωή και η κληρονομιά της

David Cannadine – εκδόσεις Παπαδόπουλος

Στο μυθιστόρημα του Dirty Tricks (1991) ο Micheal Dibdin βάζει στο στόμα της Thatcher τα εξής λόγια: Για όνομα του θεού, μη μου μιλάτε για την κουλτούρα. Το μόνο που κάνετε είναι να βουλιάζετε στον καναπέ και να βλέπετε τηλεόραση. Μη διαμαρτύρεστε λοιπόν. Σας ξέρω. Είστε εγωιστές, άπληστοι, αμόρφωτοι κι αυτάρεσκοι. Γι΄αυτό ψηφίστε με!».

Το κίνημα της αυτοκτονίας

Πέτρος Μάρκαρης – εκδόσεις Κείμενα

Το φαγητό και η δήλωση της Αδριανής έλυσαν τη γλώσσα του Ζήση. Ήταν η πρώτη φορά που μίλησε για τον εαυτό του. Μασ είπε για τους γονείς του, που είχαν έρθει πρόσφυγες από τη Μικρασία, και πώς ο πατέρας του έχτισε το σπίτι στην οδό Εκάβης με τα χέρια του. Μετά έκανε άλλο ένα βήμα και μίλησε για τη ρήξη με τον πατέρα του, όταν του είπε ότι είχε μπει στο κίνημα, αλλά και για τη συντριβή του, όταν έμαθε στη Μακρόνησο ότι ο Πατέρας του είχε πεθάνει.
“Όταν μεγαλώσει ο Λάμπρος θέλω να του μιλήσεις για όλα αυτά” του είπε η Αδριανή. [..]
“Γιατί;” απόρησε ο Ζήσης. “Γιατί πρέπει να μιλήσω στο Λάμπρο για πίκρες και βάσανα; Επειδή πήρε το όνομα μου;”
“Όχι, αλλά γιατί μείς ξέρουμε αυτό που πολλοί σήμερα έχουν ξεχάσει: ότι η φτώχεια είναι και ένα είδος βιταμίνης. Σου δίνει δυνάμεις για να παλεύεις. Χωρίς αυτήν, ο Λάμπρος θα γίνει σαν κάποιους νέους, που θεωρούν τη δυστυχία συνομωσία.”