image

Ποιο είναι το μυστικό της Ιστανμπούλ; Μήπως η φτώχεια που επιβιώνει δίπλα στη μεγαλοπρεπή ιστορία, η συντήρηση από γενιά σε γενιά της εσωστρέφειας και της σύμπνοιας της γειτονιάς, σαν να είναι μυστικό, παρ’ όλη την ανεκτικότητα της κοινωνίας προς κάθε εξωτερική επιρροή, ο ιστός από ευαίσθητες, θρυμματισμένες σχέσεις της καθημερινής ζωής πίσω από τις εξωστρεφείς μνημειακές και φυσικές ομορφιές; Όμως κάθε λέξη σχετικά με το χαρακτήρα, την ψυχή ή την υπόσταση μια πόλης, με έμμεσο τρόπο, γυρίζει σε συζήτηση για τη δική μας ψυχική κατάσταση. Η πόλη πέρα από εμάς τους ίδιους δεν έχει άλλο κέντρο. 

Δεν μπορεί να ξανακοιμηθεί. Ίσως φταίει η ηλικία. Ίσως όσο μεγαλώνει χάνει την αφοβία που είχε κάποτε. Εξακολουθεί να είναι παγωμένος εσωτερικά. Εξακολουθεί να μπορεί να κλείσει τον διακόπτη των συναισθημάτων του όταν είναι σε μια δουλειά. Εξακολουθεί να μπορεί να ξεπεράσει οποιεσδήποτε συναισθηματικές συνέπειες αυτού που κάνει. Ωστόσο, αυτό έχει ειπωθεί ξανά. Μεγαλώνεις λίγο, συνηδειτοποιείς ότι ο χρόνος είναι εναντίον σου. Αν θέλεις να αποκτήσεις όλα τα άλλα καλά πράγματα στη ζωή – αυτά στα οποία το επάγγελμα στέκεται εμπόδιο- τότε θα πρέπει να βιαστείς. Αυτό είναι όλο. 

Όταν ήμουν παιδί, μετά τη Μεγκ, την κούκλα, αλλά πολύ πριν την εμφάνιση της κυρίας Γκρέι, μου άρεσε να εντρυφώ σε μια επαναλαμβανόμενη φαντασίωση, κατά την οποία αναλάμβανα, λέει, να φροντίσω τον καλλωπισμό μια γυναίκας. Η γυναίκα αυτή δεν ήταν ποτέ συγκεκριμένη, αλλά μια εκπρόσωπος του φύλου, η Γυναίκα, υποθέτω, το πολυτραγουδισμένο Αιώνιο Θηλυκό. Όλα ήταν πολύ αθώα, στην πράξη, τουλάχιστον διότι το μόνο που είχα να κάνω ήταν να λούζω, ας πούμε, τα μαλλιά αυτού του φανταστικού ειδώλου, ή να λιμάρω τα νύχια της ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να της βάζω κραγιόν – αυτό το τελευταίο, επί τη ευκαιρία, δεν ήταν καθόλου εύκολη δουλειά., όπως έμελλε να διαπιστώσω αργότερα όταν έπεισα μια μέρα την κυρία Γκρέι να με αφήσει -στα 15 μου- να βάψω εγώ το υπέροχα σαρκώδες, εύπλαστο στόμα της μ’ένα  από εκείνα τα ραβδάκια από κόκκινο κερί που πάντοτε μου θυμίζουν χάλκινη φυσιγγιοθήκη, μέσα στην οποία κρύβεται μια απερίγραπτα μαλακή και γυαλιστερή άλικη σφαίρα.

Ήθελα να τους
βάλω τις φωνές αλλά δεν ήμουν στην παραλία γι’ αυτό. Άνθρωποι γύρω στα εξήνα
και καθηγητές πανεπιστημίου, άρα άνθρωποι που πρόλαβαν να ζήσουν την πραγματική
χούντα – με συλλήψεις, βασανιστήρια, εξορίες και τη διαρκή καχυποψία τού ποιος
μπορεί να σε ακούει από δίπλα, όπως είχα μάθει εγώ- κι ακόμη άνθρωποι που, λόγω
μόρφωσης, κάτι είχαν ακούσει για τις συνθήκες ζωής στον «υπαρκτό σοσιαλισμό»,
μιλούσαν με το πνευματικό κομφούζιο και τη συνθηματολογία των εικοσάχρονων
φοιτητών τους. […] Ξεχνώντας ότι πρωτοκαθεδρία του «κινήματος» και των
κινηματικών σημαίνει επιβολή της αυτοδικίας έναντι του θεσπισμένου νόμου, του
ενστικτώδους έναντι του λογικού, των παρορμήσεων του όχλου έναντι της
προσωπικότητας του κάθε ατόμου.

Δεν καταλαβαίνω
τι έχουν πάθει. Τόσο πολύ τους έπιασε το αντιμοντερνιστικό κύμα; Μεταξύ
μοντερνισμού και οικονομικής κρίσης, έχασαν τον μπούσουλα… Αντιμετωπίζουν με
καχυποψία τις έννοιες του ανθρωπισμού, της λογικής και της προόδου, με τις
οποίες μεγάλωσε η μεταπολεμική γενιά. Δε βλέπουν πια την τεχνολογία όπως εμείς,
σαν υπόσχεση ευτυχίας αλλά σαν φετίχ παρακμής…. Αποδίδουν στον Διαφωτισμό την
επινόηση της καρμανιόλας και στη βιομηχανική επανάσταση το Άουσβιτς. Οι
εργαλιοποιημένοι προλετάριοι, λένε, οδήγησαν στην περίφημη «κοινοτοπία του
κακού» και στους γραφειοκράτες των κρεματορίων όπου ο καθένας έκανε ένα μόνο
μέρος της δουλειάς εξόντωση, χωρίς να συνηδειτοποιεί το σύνολο του αποτρόπαιου
έργου… Και στα νοσοκομεία έχεις τραυματιοφορείς, νοσοκόμους, μικροβιολόγους
κι ένα σωρό άλλες ειδικότητες, χωρίς συνολική εποπτεία κάθε θεραπείας. Και αυτό
κακό; Κι αυτό γεννά εργαλιοποιημένους προλετάριους; Να επιστρέψουμε στους
πρακτικούς γιατρούς και τις μαμές λοιπόν; Ώστε να ξαναβρούμε την αύρα της
προβιομηχανικής εποχής, με τη δημιουργική φαντασία και τος πρωτοβουλίες κάθε
τεχνίτη; Τόσο μεταμοντέρνοι; Εκατό χρόνια φέτος από την έναρξη του πρώτου
παγκοσμίου πολέμου και όλη τη φρίκη που γέννησε. Δεν βλέπουν ότι έτσι αποδομούν
τη νεωτερική κοινωνία και τα ορθολογικά προσδιορισμένα, οικουμενικά δικαιώματα
του πολίτη; Την ισότητα των φύλων, τον σεβασμό της αντίθετης άποψης, την
ανοσιότητα του πολέμου…. Να τα ξεχάσουμε κι αυτά; Νοσταλγούν τις παραδόσης
της φυσικής κοινότητας, σαν τους εθνικιστές του 1914; Αυτή η νοσταλγία έφερε
τον πρώτο, αυτή οδήγησε στον δεύτερο πόλεμο, με την κορύφωση της
βαρβαρότητας…. πάλι τα ίδια θέλουν;

Νομίζω ότι εκείνο
που τους στρέφει σωρηδόν σε μια «ριζοσπαστική» αριστερά είναι ο φόβος ενός
πραγματικού ριζοσπαστιμού. Δε θέλουν καθόλου να μοιάζουν συντηρηστικοί,
δηλώνουν απέχθεια στον συντηρητισμό και διακυρρήσουν την ανατρεπτικότητα τους
αλλά τρομάζουν μπρος στις ανατροπές.. Εντάνει να μην είμαστε θρήσκοι αλλά όχι
και να χάσουμε κάθε επαφή με την ιερότητα […] εντάξει με το να είμαστε μέλη
της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά όχι και να χάσουμε την ελληνική λεβεντιά μας κι
εντάξει με τη Δημοκρατία, αφού στο κάτω κάτω εμείς την εφηύραμε αλλά όχι και να
πρέπει να υποταχθούμε στους κανόνες της!

«Η Δημοκρατία δεν
έχει αδιέξοδα» λένε όλοι. Αλλά πάρα πολλοί ξεχνούν πως ο τρόπος της Δημοκρατίας
να υπερβαίνει τα αδιέξοδα είναι μέσω των συνετών συμβιβασμών. Αν αποκλείσεις
κάθε συμβιβασμό τότε το αδιέξοδο είναι η ίδια η Δημοκρατία. Δε γίνεται το ένα
χωρίς το άλλο. Ωστόσο πολλοί παρακάμπτουν την αντίφαση. Ζητούν να απολαμβάνουν
τα προνόμια των τεχνολογικών εξελίξεων και ταυτόχρονα καταριούνται τα κόστη
τους. Αυτή, νομίζω, είναι η πεμπτουσία του μεταμοντερνισμού κι απο εκεί
ξεκινούν ιδέες για κοινωνικά συστήματα που θα εξασφαλίζουν μια πολύ άνετη ζωή
για όλους, χωρίς να είναι δημοκρατικά.

Δεν φτάνει που
στη χώρα μας υποφέραμε από τον δεσποτισμό επί δεκαετίας μετά τον πόλεμο και από
τη φαυλότητα επί δεκαετίες μετά τη Χούντα, τώρα που με απάνθρωπες στερήσεις για
τον μισό πληθυσμό χρειάζεται να συνετιστούμε, εγείρεται το αίτημα νέας
μονοκομματικής εξουσίας – αριστερής. Ενώ γιγαντιώνεται μια πρωτοφανής, για
ευρωπαϊκή χώρα, ναζιστική δεξιά. Ώστε να ξαναπιάσουμε τον εμφύλιο από εκεί που
τον αφήσαμε το 1949…

Βλέπω στην
τηλεόραση μερικούς από όσους υποστηρίζουν την προοπτική νέου μονοκομματισμού
και με τρομάζουν. Με το μένος τους κάποιοι, έτοιμοι να ηγηθούν ενός
σφαγιαστικού πλήθους, και με την αφέλεια τους άλλοι, που νομίζουν ότι θα φέρουν
εντιμότητα και αλληλεγγύη σε πανελλαδική, ίσως και πανευρωπαϊκή κλίμακα.

 Μου μιλάτε για
τους τρομοκράτες, ανθρώπους που αν δεν έχουν να μισούν και να μάχονται δεν θα
ξέρουν τι να κάνουν τη ζωή τους. Μόνο μ΄ίσος, έχθρα και μεταφυσική προσδοκία
εκπλήρωσης αιμοσταγών ιδανικών. [σήμερα], ένοπλη ρήξη σημαίνει επιβολή μιας
δικτατορικής μειοψηφίας σε όλους τους υπολοιπους. Τι παράδοση υπάρχει σε αυτή
τη χώρα; Μην αρχίσετε πάλι τα συγκινησιακά κλισέ. Μη μου μιλήσετε για «το
υφαντό της συλλογικής αγωνιστικής μνήμης», μην πείτε «το πανηγύρι ήταν μεγάλο
και ο τόπος ήταν λίγος» και μην επικαλείστε όνειρα «αγωνιστών» και ελπίδες
«τίμιων μεροκαματιάρηδων»… Θα καταλήξετε να ζητάτε να τρέχουν όλοι να
φιλήσουν «τα ροζιασμένα χέρια του παπά», όπως ζητούσε κι ένας αρχιεπίσκοπος
κάποτε… Έλεος πια με την «αισιοδοξία της βούλησης» και με τη δυσανεξία προς
όλους… Ας αντιληφθούμε πως δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή και δεν έχουμε να
συναντήσουμε αδικημένους προγόνους, στους οποίους θα πρέπει να απολογούμαστε
επειδή δεν πήραμε εκδίκηση…

Μια μέρα το χειμώνα το εικοσιτέσσερο, έκοβα πασσάλια για το φράχτη, θυμάμαι, κι έρχεται η Ρίνα, γκαστρωμένη στον Γιάννη, και μου λέει ήρθανε πρόσφυγες (από τη Μικρασία) στο χωριό κι είπε ο πρόεδρος να μαζευτείτε οι άντρες όσοι μπορείτε να πάτε να τους διώξετε γιατί άμα ‘ρθούνε δώθε θα μας πάρουν τα κτήματα. Τ΄ακούω και γίνομαι πυρ. Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε, ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις; Πήγαμε κείθε, μου λέει, κι είχανε πλατάνια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσια μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια. Τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά και τώρα που πέσανε στην ανάγκη μας τους κλωτσάγαμε σαν τα παρσαβούρια.

Γκιακ. [gak / γξιάκου] 1. Αίμα 2. Συγγένεια εξ αίματος 3. Φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης 4. Φυλή [ΕΤΥΜ. Αρβανίτικα. Γκιακ  < αλβανικά. Gjak]  

Ο χατζή γιατμάζ ήταν ένα φτηνό και αγαπημένο παιχνιδάκι των παιδιών. Ένα ανθρωπάκι γελαστό και καλοντυμένο, που τη χοντρή κοιλιά του την είχα στη θέση των ποδιών. Μέσα στην κοιλιά είχε ένα μπαλάκι. Όσο κι αν βάραγες τον χατζή γιατμάζ δεν έμενε ποτέ χάμω, το μπαλάκι τον σήκωνε πάντα όρθιο.

Ξένοι τής ήταν οι θεοί ανέκαθεν. Κι ο δικός της ο παλιός και ο κατοπινός, του αντρός της. Μόνο που προτιμούσε τους μουσουλμάνους για δικούς της λόγους, βλέποντάς τους διπλωμένους στα τζαμιά, ν’ αναζητούν το Θεό στο χαλί. Λες και η πεμπτουσία του θεού ήταν μια σπάνια δυσδιάκριτη λεπτομέρεια στα σχέδια των χαλιών κι εκείνοι την έψαχναν αγωνιωδώς μες στο μαλλί και το μετάξι. […]

Την πλλήγωσαν οι απουσίες, τα θρησκεύματα, οι προφήτες, οι άγγελοι. Μόνο στους ανθρώπους σκάλωνε η περιέργια της και στην επίγεια ζωή. Δε διέθετε το τάλαντο της ταπείνωσης, δε θα έπλενε τα πόδια κανενός θεού, σιχαινόταν τα καμώματα του Πάπα με την επηρμένη ταπεινοφροσύνη να πλένει τις ποδάρες των καρδιναλίων. Τα διάβαζε στις γαλλικές εφημερίδες και αηδίαζε. Δεν άντεχε από παιδί τους μεγαλοπρεπείς ατζέντηδες του Θεού. Όμως αδιαφορούσε, υπολογίζοντας μόνο στις αγάπες που ακρωτηριάστηκαν άγαρμπα και σε τίποτ’ άλλο.

Η Νίτσα από τότε που το γέννησε, τ’ άφησε όλα. Δουλειά, φίλους, τον Στέλιο, τον εαυτό της. Από πάνω του συνέχεια. Δύσκολο μωρό, πιο δύσκολο από τα άλλα, σκεφτόταν. Κάθε που έπιανε το μωρό να τσιρίζει, η Νίτσα έβαζε ωτοασπίδες. Κι άσχημο! Είναι φυσιολογικό να μοιάζουν τόσο πολύ τα εγγόνια στους παππούσες τους; “Σαν να το ‘κανες με τον πατέρα σου είναι ο μικρός, Νιτσάκι”, της πέταξε η Μένη η γειτόνισσα όταν ήρθε για τα καλορίζικα , εκατόν δέκα κιλά η Μένη, το γέλιο της τράνταζε την πολυκατοικία. Τον είχε στο μάτι τον πατέρα της από παλιά, τον γλυκοκοίταζε, έτσι της φάνηκε της Νίτσας τώρα. […]

Μια διεστραμμένη σκέψη πέρασε ξυστά από το κεφάλι της Νίτσας, πως νά, η Μένη μπορεί και να τη ζήλευε που έκανε, κατά τα δικά της λεγόμενα, παιδί εκείνη με τον Χαράλαμπο τον πατέρα της και όχι η αφεντιά της! Φυσικά, ήταν απολύτως σίγουρη πως το παιδί ήταν του Στέλιου, όμως αυτό το παιχνίδισμα του μυαλού, το μωρό να ήταν του Χαράλαμπου, της έβγαλε ένα μικρό χαμογελάκι εκδίκησης απέναντι στη σκύλα γειτόνισσα. Κι ύστερα το χαμογελάκι μεγάλωσε κι άλλο όταν σκέφτηκε τη μάνα της, την κερατωμένη από την ίδια της την κόρη μάνα, που όλο παρατηρήσεις, πάντα παρατηρήσεις για το πώς έκανε τα πράγματα από μικρή η Νίτσα, κι όλο αντιρρήσεις με τις επιλογές της και όλο γκρίνια και μιζέρια, ακόμη και στα καλά που έκανε η κόρη της, πάντα έβρισκε κάτι άσχημο να πει.

“Το παιδί είναι του Χαράλαμπου, Μένη. Το παιδί είναι του Χαράλαμπου, μάνα. Να ένα κουτσομπολιό για τον απογευματινό σας καφέ.”

Δεύτερο γνώρισμα της κιννεζικής αντίληψης της αποτελεσματικότητας: η κινεζική αποτελεσματικότητα είναι διακριτική. Δεν βλέπουμε το φυτό που αναπτύσσεται. Ομοίως δεν βλέπουμε τον στρατηγό που ενεργεί σε προκαταρκτικό στάδιο, βοηθώντας τις συνθήκες να ωριμάσουν. Ενεργώντας σε προκαταρκτικό επίπεδο, επηρεάζει τις περιστάσεις όσο αυτές είναι ακόμα εύπλαστες και εύκαμπτες, δίχως να χρειάζεται να ασκήσει πίεση, πολύ περισσότερο δε θα ασκήσει βία. Ο κόπος φαίνεται. Η προοδευτική επέλαση του αποτελέσματος, όχι.

«Ο μεγάλος στρατηγός δεν έχει τίποτα το αξιέπαινο: ούτε μεγάλη σουφία, ούτε μεγάλη ανδρεία». Πράγμα που σημαίνει ότι οι μεγάλοι στρατηγοί, ή μάλλον εκείνοι που αφελώς αποκαλούμε «μεγάλους» στρατηγούς, εκείνους που δοξάζουμε, εκείνοι για τους οποίους χτίζουμε αγάλματα, είναι στην πραγματικότητα κακοί στρατηγοί. Γιατί; Γιατί ακριβώς χρειάστηκε να επιστρατεύσουν την ιδιοφυΐα τους ή την ανδρεία τους. Γιατί πέτυχαν τη νίκη με δυσκολία, με ηρωισμό, δραματικά και, συνεπώς, θεαματικά. Αντίθετα, ο Σουν Τζου λέει πως ο μεγάλος στρατηγός δεν έχει τίποτα το αξιέπαινο, ούτε μεγάλη σοφία, ούτε μεγάλη ανδρεία. Κι αυτό γιατί μεγάλος στρατηγός είναι εκείνος που μπόρεσε να εντοπίσει από πολύ νωρίς τα ευνοϊκα στοιχεία , τους πρόσφορους παράγοντες, και να τα αξιοποιήσει προς όφελος του. Σιγά-σιγά, αβίαστα, λάθρα. Ώστε, όταν τελικά μπαίνει στη μάχη , κι εφόσον έχει ήδη νικήσει, ο κόσμος να μπορεί να πει: ήταν εύκολο, είχε κριθεί εξ αρχής. Και οι άνθρωποι να νομίζουν πως θα το μπορούσε ο καθένας. Η νίκη πρέπει να μοιάζει σαν να προκύπτει φυσικά από την κατάσταση. Να δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν χρειαζόταν ούτε προσπάθεια ούτε επινοητικότητα. Να μοιάζει αυτονόητη, να μην απαιτεί ούτε να διακινδυνεύσεις ούτε να ξεχωρίσεις: αυτή είναι η μεγάλη στρατιγική. Το μέγιστο κατόρθωμα είναι να ενεργήσεις έτσι ώστε να φαίνεται πως ο καθένας θα μπορούσε να κατορθώσει αυτό που πέτυχες.