“Ναι, αγαπητέ συνάδελφε. Ο κόσμος δεν είναι κείνος που νομίζαμε. Αλλάξαμε, λοιπόν, κι εμείς μούτρα. Αυτό είναι όλο κι όλο. Η φάτσα μας δεν είναι παρά ένα λάθος που το σκατοφωτίζουν πυώδεις μπανάλ ρεκλάμες”.

Γραφειοκρατία, κωλυσιεργία, ανικανότητα. “Αυτό είναι το τρίπτυχο που ορίζει τη ζωή μας στην Ελλάδα” λέω μέσα μου, με την ικανοποίηση ότι το εντόπισα.

Ο Γερμανός Μακρίδης δε μπορούσε να καταλάβει την ελληνική γραφειοκρατεία και κυρίως αυτό που σωστά λέι ο Δημητράκος (στο λεξικό του): την προσήλωση “εις του τύπους κατά την διεκπαιραίωσιν υποθέσεων, η και επιφέρουσα παρέκλυσιν αυτών”.

Όσο αφορά την κωλυσιεργία, αυτή έχει προχωρήσει πολύ από την εποχή του Δημητράκου, που θεωρούσε ότι ήταν η “παρεμπόδισις των εργασιών ιδ. της Βουλής ή άλλου συνεδρίου”. Σήμερα έχει γίνει θεσμός που εξαφαλίζει την ασφάλεια του εργαζόμενου στο Δημόσιο. Κάνεις το λιγότερο δυνατό όσο γίνεται πιο αργά, γιατί έτσι έχεις το κεφάλι σου ήσυχο και δεν κουράζεσαι.

Αν σ’αυτά τα δύο επισυνάψουμε και την ανικανότητα, που είναι διάχυτη, να το το τρίπτυχο. Ο δύστυχος Μακρίδης δεν μπορούσε να συλλάβει την έκταση της ανικανότητας, γιατί ήταν Γερμανός και δεν καταλάβαινε ότι στην Ελλάδα δεν επιλέγονται οι άριστοι. Γι’ αυτό και βρήκαμε τη “διαδικασία”, που ο Μακρίδης βάπτισε δαίμονα. Δεν είναι δαίμονας, είναι το μέσο για τη διασφάλιση της ανικανότητας των ημετέρων.

Ο χρόνος στην Κωνσταντινούπολη διαστέλλεται, χάνει τη βαρύτητα του, τα σύννεφα και ο ουρανός αγκυλώνονται στις μύτες των μιναρέδων στάζοντας την ξεχωριστή υγρασία της Ιστορίας. Δεν έχει σημασία πόσο ενημερωμένος είσαι. Η υγρασία θα σε διαπεράσει με την τεχνική του ονείρου, θες δε θες. Και η μαγνητοφωνημένη πια φωνή του μουεζίνη θα σε παρασύρει σε δυσοίωνες σκέψεις, αν όντως εισακούγονται οι προσευχές σε αυτό το βαθύτατα ασεβές τοπίο, το “εξουσιοδοτημένο” από τους θεούς να ασκεί την ψευδαίσθηση μιας ασυνάρτητης αιωνιότητας.

Τεχνο-λογία / λογο-τεχνία

Εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζω την ίδια άποψη: ότι η διάζευξη «είτε τεχνολογία, είτε πνεύμα» είναι απόλυτα λανθασμένη. Το ίδιο και η διάζευξη «τεχνολογία και ποιότητα ζωής».

H αντιπαράθεση αυτή ανήκει σε εκείνη την κατηγορία προβλημάτων που οι φιλόσοφοι αποκαλούν ψευδοπροβλήματα. Τα ψευδοπροβλήματα είναι το κατ΄ εξοχήν γνώρισμα των «κουλτουριάρηδων» – δηλαδή των ψευτοδιανοούμενων. Με αυτά τρέφονται, με αυτά ζουν. Οι τεχνητές αντιθέσεις τους πλουτίζουν και τους συντηρούν. Χρειάζονται πάντα κάποιους εξωτερικούς εχθρούς – πότε είναι τα εμπορικά «κυκλώματα», πότε τα media, πότε η τεχνολογία.

Η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας είναι δείγμα ανασφάλειας και, τις περισσότερες φορές, άγνοιας. Ο ισχυρισμός ότι η τεχνολογία αντιστρατεύεται το πνεύμα παραβλέπει δύο πολύ βασικές αλήθειες:

α) Η τεχνολογία είναι ένα πνευματικό επίτευγμα. (Για τους κουλτουριάρηδες πνεύμα είναι μόνον η τέχνη – όχι όμως και οι θετικές επιστήμες). Προϋποθέτει φαντασία, ευρηματικότητα, ευφυΐα. Έχω πει ότι ένα μηχάνημα είναι ό,τι και ένα βιβλίο – η υλοποιημένη έμπνευση του δημιουργού του. Ένα μηχάνημα διαβάζεται όπως ένα βιβλίο. Αρκεί να ξέρεις να το διαβάσεις.

β) Η τεχνολογία συνεργάζεται με το πνεύμα και το προεκτείνει από τότε που το πρώτο κάρβουνο ζωγράφισε τις πρώτες τοιχογραφίες στις σπηλιές – και το πρώτο καλέμι πελέκησε τα πρώτα γράμματα. Ακόμα και το ταπεινό μολύβι, τεχνολογικό επίτευγμα είναι.

Θα έλεγα μάλιστα ότι το πνεύμα δεν μπορεί να εκφραστεί χωρίς τεχνολογία. Τι θα ήταν η μουσική χωρίς την τεχνολογία των οργάνων; Για να μην αναφερθώ σε καθαρά «τεχνολογικές» τέχνες, όπως η αρχιτεκτονική, ο κινηματογράφος ή η φωτογραφία. Κάποια δόση τεχνολογίας υπάρχει σε κάθε τέχνη. (Είναι αυτό που οι παλιοί ονόμαζαν εργαστήρι – métier).

Οι αντι-τεχνολόγοι έχουν μία πολύ στενή έννοια της τεχνολογίας. Είναι συνήθως η κάθε καινούργια εξέλιξη. Π. χ. η τυπογραφία δεν είναι – πια – ενώ η φωτοσύνθεση «σκοτώνει την ομορφιά του βιβλίου». Αλλά όταν εφευρέθηκε η τυπογραφία και αυτή «σκότωνε την ομορφιά του χειρογράφου».

Κάθε φορά που αλλάζει η τεχνολογία, οι κουλτουριάρηδες της εποχής κραυγάζουν «βοήθεια, πεθαίνει το πνεύμα!» μέχρι να συνηθίσουν και να μάθουν να χρησιμοποιούν τα νέα μέσα. (Συνήθως η επόμενη γενεά…) Έτσι φώναζαν και με τον Γουτεμβέργιο, και τον Nadar (εφευρέτη της φωτογραφικής μηχανής) και τον Meliés (του κινηματογράφου) κλπ.

Η νοοτροπία αυτή είναι απίστευτα στενόμυαλη και συντηρητική. Ο άνθρωπος είναι ζώον τεχνολογικόν, homo technologicus περισσότερο κι από sapiens. Είναι το μόνο πλάσμα που υπάρχει και επιβιώνει χάρη στην τεχνολογία (έχω πει ότι είναι η Δαρβινική του μετάλλαξη). Όλα του τα δημιουργήματα, ακόμα και τα καλλιτεχνικά, είναι ΚΑΙ τεχνολογικά.

Πέρα από το ότι μερικές φορές υπάρχει καθαρή ομορφιά και στην ίδια την τεχνολογία – ακόμα κι όταν δεν είναι μέρος μιας τέχνης. Απλώς, πρέπει να ξέρεις να την διαβάζεις.

Κι αν υπάρχει σε κάποιον άγνωστο τόπο, ένας έντιμος άνθρωπος, ικανός να σε κυβερνήσει και να σε αγαπήσει, λησμόνησε τον. Δεν θα καταδεχόταν να ευτελίσει την αξιοπρέπειά του για να λερωθεί στον βούρκο της διαμάχης των κομμάτων. Θα ήταν πολύ υπερήφανος για να ζητήσει την εκπροσώπηση σου, την οποία, εσύ, πάντα εκχωρούσες αποκλειστικά στο κυνικό θράσος, στη χυδαιότητα και το ψέμα.

Κοιτάζει τα χέρια της

Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της. Μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της – όποτε τύχαινε, μια στις τόσες- κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της «πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;»

Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεριάκια, στα κρύα, στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και τα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω απο την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της;

Τόσα χρόνια δε γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πώς δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις αφού δεν έχουν δουλειά και κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ΄τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σα να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.

Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γρια γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.

Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλυστρούν το ένα μέσα στο άλλο, «κοίτα», λέει, «που μ’έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα» και γελάει μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια,

σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.

Δε μπορούμε να ζούμε μόνοι μας, όσο κι αν θέλουμε να απολαμβάνουμε την αποσύνθεση μας μόνοι και έρημοι. Τους χρειαζόμαστε τους ανθρώπους, να ξέρουμε ότι μια δεύτερη ζωή μαρτυρά τη δική μας ύπαρξη. Οι άνθρωποι καθρέφτες του δικού μας βίου, οι άνθρωποι παρόντες όταν οι θλίψη μάς κατασφάζει, όταν ο χρόνος εξαφανίζεται κάτω από τα βροντερά βήματα της αδικίας, τη παράνοιας που στήνει παγίδες σε κάθε γωνιά του δρόμου.