Θα ‘γραφα ένα μεγάλο γράμμα στα γράμματα.
Θα τούς έλεγα πως δεν φταίνε αυτά
όταν λαθεύω, όταν ανορθόγραφα εξομολογούμαι
όταν παρερμηνεύω τις καλοσύνες της ημέρας
όταν πέφτω σε παράπτωμα και εννοώ
για το θάνατο να ζητώ εξηγήσεις.
Αγαπημένα μου γράμματα, θ’ άρχιζα
χαϊδεμένα μου φωνήεντα, ανθεκτικά σύμφωνα
πώς βγήκατε ξαφνικά σαν μυρμήγκια από τη γη
και μπήκατε σε μιά σειρά, σ’ ένα σκοπό μαυριδερά με κόκκινες βούλες μουσικής.
Εσείς ίσως ξέρετε
γιατί εγώ δεν ξέρω πώς πλάστηκα
από πού έρχονται κείνα τα δάκρυα
που εσείς με τόση φυσικότητα περιγράφετε
τι είναι αυτό που νοσταλγώ σα να το γνώρισα
ξέχασα σα να το ‘χα ζήσει
το περιμένω σα να μου το υποσχέθηκαν
το φοβάμαι σα να με φοβέρισαν
και μοιάζει με νερό
που στην επιφάνεια του καθρεφτίζεται μια έρημος
κι είναι σκληρό σαν ατσάλι το νερό
[…]

Υπάρχει ωστόσο και ένα άλλο ερώτημα που αφορά την Ελλάδα, όσο και την Ιταλία. Πώς είναι δυνατό, δυο λαοί που τροφοδότησαν σχεδόν ενάμιση αιώνα την Αμερική, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Γερμανία με μετανάστες, να δείχνουν τόσο λίγη κατανόηση για τους μετανάστες που έρχονται στη χώρα τους; Η Ελλάδα έζησε πάνω από μισό αιώνα, εξαρτημένη από τα εμβάσματα των Ελλήνων της Αμερικής, του Καναδά και της Αυστραλίας. Και έζησε κοντά άλλες τρεις δεκαετίες, εξαρτημένη από τα εμβάσματα των γκασταρμπάιτερ της Δυτικής Γερμανίας. Και όμως ελάχιστοι σκέφτονται και κατανοούν αυτούς που σε κάποια άκρης της Αφρικής ή της Ασίας περιμένουν εναγωνίως τα εμβάσματα των δικών τους από την Ελλάδα.

Στον πεζόδρομο κάτω από το διαμέρισμα που μένω υπάρχει ένα δημόσιο τηλέφωνο. Όλη μέρα, αλλά συχνά και τη νύχτα, ακούω τους μετανάστες να ουρλιάζουν για να ακουστούν ποιος ξέρει σε ποια άκρη της γης. Καποιες φορές όμως, αντί για τις δικές τους φωνές, ακούω τις αγωνιώδεις φωνές των Ελλήνων γκασταρμπάιτερ στη δεκαετία του ’60, όταν τηλεφωνούσαν από κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό της Γερμανίας, στις οικογένειές τους στην Ελλάδα.

Είμαστε ένας λαός με κοντή μνήμη, ακόμα και για τη δική μας μοίρα.

Μια μέρα και μια νύχτα καλοκαιριού. Με τις αισθήσεις σε υπερδιέγερση. Περιμένοντας τη βροχή να τα ξεδιψάσει όλα. Τα μέσα και τα έξω. Που γίνονται ένα. Ένα κορίτσι. Ο λυρισμός υγραίνει τον πόθο και τη δίψα που φτάνουν στα όρια του σωματικού πόνου. Σαν το σώμα της γης. Μια καλοκαιρινή ιστορία για την ένωση. Μικρή και δυνατή.

«Άσε τους καβγάδες και πήγαινε φτιάξε κάτι»

Θα δεις πολλά ηλίθια πράγματα εκεί έξω και θα νιώσεις την ανάγκη να τα διορθώσεις.

Ο θυμός είναι μια από τις αγαπημένες πηγές δημιουργικότητας.

Ο Χένρι Ρόλινς είχε πει ότι ειναι θυμωμένος και περίεργος και αυτό είναι που τον κρατάει σε εγρήγορση.

Τι περιμένεις; Νευρίασε. Κράτα, όμως, το στόμα σου κλειστό και στρώσου στη δουλειά.

Στο δάσος των φύλλων

image

Tελείωσε την προηγούμενη εβδομάδα το μπαζάρ βιβλίων στην Πλατεία Κοραή. Μια τεράστια ουρά με τραπέζια όπου πάνω τους απλώνονταν παλιές εκδόσεις βιβλίων κάθε είδους. Κόσμος πολύς και τα καλαθάκια σούπερ μάρκετ στην είσοδο, σου έδιναν την φάλτσα αίσθηση ότι όντως μπαίνεις σε ένα σούπερ μάρκετ. Αποδείχθηκαν όμως απαραίτητα κυρίως αν είσαι «λαίμαργος», διότι τα βιβλία ήταν όντως σε πολύ καλές τιμές.

Παλιές εκδόσεις βέβαια αλλά τι σημασία έχει; Εκεί θα έβρισκες όλους εκείνους τους λόγους που σε έκαναν να αγαπήσεις, καταρχήν, την ανάγνωση. Εκδόσεις που για πολλές γενιές (και τη δική μου) ήταν το ξεπαρθένιασμα των παιδικών και έφηβων ματιών – μυαλών μας:

Τα εξώφυλλα-ζωγραφιές του Βερν – σαν αφίσες του κλασικού κινηματογράφου – για να είναι ομαλό το πέρασμα σου από τα εικονογραφημένα παιδικά στα πρώτα κείμενα χωρίς εικόνες, οι εκδόσεις Ζαχαρόπουλος (μιλάμε κορυφή τότε!) που είχαν όλα τα μεγάλα κλασικά αλλά και σύγχρονα ονόματα, τα φροντισμένα βιβλία του Έριχ Φρομ που σχεδόν μονοπωλούσαν τα εξωσχολικά δοκίμια της εφηβείας και σε έκαναν να νιώθεις «κάπως» (εγώ διαβάζω Φρομ ρε!), το old time classic εξώφυλλο  της Δίκης του Κάφκα από τις εκδόσεις Νέος Σταθμός (απαραίτητο αξεσουάρ στα φοιτητικά πηγαινέλα σου με το τραίνο) και πολλές ακόμα εκδόσεις, κάποτε φίρμες και leaders τυπογραφικής αισθητικής και περιεχομένου.

Όποιος λέει ότι το υλικό και το εικαστικό ενός βιβλίου, δεν τον επηρεάζει στο να το διαβάσει, νομίζω ότι δε διαβάζει.

Η αισθητική φυσικά και έχει αλλάξει. Και καλά έχει κάνει. Όλα αλλάζουν. Ναι, ναι ξέρω, έχουμε περάσει στην ανάγνωση από την οθόνη. Δε με χαλάει καθόλου. Στρατόπεδα δε διάλεξα ποτέ. Όλα έχουν την ομορφιά και τους κινδύνους τους.
Όμως εκείνες οι πρώτες σου εκδόσεις, είναι μια ακόμα επιδερμίδα, ένα ακόμα που δεν ξεχνάς ποτέ. Σαν τα πρώτα «πλαγιάσματα».  Σελίδες και σελίδες, ένα ολόκληρο σαιξπηρικό δάσος από φύλλα, έτοιμο να δεχτεί τους «εραστές» της θερινής νύχτας,  σε σμιξίματα που αργότερα θα καθορίσουν τις ζωές τους.

Έστω κι αν το επόμενο πρωί, έχουν ραντεβού με τον Βασιλιά…

Για την Iστορία, αγόρασα:
– Μεγάλα Μουσεία: Βερολίνο Πινακοθήκη – Εκδόσεις Electa (ενόψει του ταξιδιού την Άνοιξης).
– Ο μικρός Μέγας Αλέξανδρος, από τους θησαυρούς της «Διάπλασης των παίδων» του Γρηγόριου Ξενόπουλου– Εκδόσεις Αδελφοί Βλάσση (για τον ανηψιό Αλέξανδρο).
– Μπέρτολτ Μπρέχτ: Gedichte (ποιήματα) – Εκδόσεις Κοροντζή
– Στάθης Βαλούκος: Ιστορία του Κινηματογράφου – Εκδόσεις Αιγόκερος (εξαιρετικές αφίσες, φωτογραφίες και κείμενα σε 650 σελίδες).

Όλα μαζί… 17 ευρώ!!!!