Ο Εκκλησιαστής και τα «Αμαλιώτικα»

image

Η φωτογραφία είναι από το αναγνωστικό μου blog fayumreading.tumblr.com

Τυχαία αυτό το κείμενο για τη ματαιότητα γράφεται την τελευταία ημέρα του χρόνου. Όσο τυχαία μπορεί να είναι τα πράγματα. [Απλώς σήμερα βρήκα χρόνο].

Ήθελα καιρό να γράψω για τον Εκκλησιαστή, μία καινούργια έκδοση των νέων εκδόσεων ΔΩΜΑ. Στο εξαιρετικό επίμετρο του Θάνου Σαμαρτζή θα βρείτε όλες τις πληροφορίες για τη σπουδαιότητα αλλά και την διαφορετικότητα αυτού του έργου. Το πώς τοποθετεί τον Θεό και τη σχέση του μαζί μας, τον ανθρώπινο βίο και το νόημα του αλλά και την πορεία του έργου μέσα στον χρόνο. Να πούμε μόνο πως είναι ένα από τα βιβλία που απαρτίζουν και την χριστιανική Παλαιά Διαθήκη και την εβραϊκή Βίβλο.

Και είναι τόσο ενδιαφέρον που κατάφερε να τρυπώσει στα Ιερά Κείμενα ακριβώς γιατί αποκλείει τη μεταθάνατο ζωή κάνοντας λόγο ξανά και ξανά για το ότι η ζωή με τον θάνατο τελειώνει μια που ο άνθρωπος χάνεται για πάντα, όπως τα ζώα.

Και όχι μόνο αυτό: Το πνεύμα του Εκκλησιαστή –ακριβώς λόγω του οριστικού μας τέλους- διαπότισε το μήνυμα του:

«Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης»

Αμέσως μου έκανε κλικ η έκφραση αυτή γιατί, για κάποιο λόγο που θα σας πω αμέσως και εν συντομία, την έχω ακούσει πολλές φορές και από πολύ μικρός.

Στην Ικαρία, από όπου κατάγομαι, υπάρχει το Αμάλου. Το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου. Ανήκει στα χωριά του «Πάπα» (του ακρωτηρίου «Κάβο Πάπας») και οι Παπιστάνοι – πόσο μάλλον οι Αμαλιώτες- θεωρούνται ιδιαίτεροι άνθρωποι. Ζουν σε δύσκολες συνθήκες αλλά αγαπούν το γλέντι, το γνήσιο λαϊκό τραγούδι, και τις τελευταίες δεκαετίες με την εισαγωγή της τεχνολογίας στη ζωή μας, έχουν ανακαλύψει διάφορα σπάνια άσματα [αλλά και μοναδικούς καλλιτέχνες]. Αυτά –μεταξύ σοβαρού και αστείου- τα λέμε «Αμαλιώτικα». Είτε γιατί μας τα έχει μάθει κάποιος φίλος – συγγενής Αμαλιώτης, είτε γιατί είναι τόσο άγνωστα , συγκεκριμένα και ιδιαίτερα που κάλλιστα θα μπορούσαν να ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: Στα τραγούδια που διασκεδάζουν τους Αμαλιώτες (- Παπιστάνους). Φαντάσου ας πούμε ότι ο πιο γνωστός καλλιτέχνης των «Αμαλιώτικων» είναι ο Ζαγοραίος.

Ένα λοιπόν από τα τραγούδια που από πολύ μικρός έβλεπα να τραγουδούν και να χορεύουν [και ακόμα το κάνουν, κι εγώ μαζί τους] ήταν το «Αν είχαν οι καρδιές φωνή». Μόλις διάβασα τον Εκκλησιαστή, μου ήρθε αμέσως η διακειμενική συγγένεια με τους στίχους του άσματος… έψαξα στο youtube και το βρήκα: Μουσική: Νίκος Παταβούκας, Στίχοι & Ερμηνεία: Κλεοπάτρα (!!!!). Έτος κυκλοφορίας: 1987.

Το ρεφρέν του λοιπόν λέει:

«Μάταιος κόσμος τα πάντα ματαιότης
αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτή η άνθρωποτης»!

Μου φάνηκε τόσο μα τόσο ενδιαφέρον που τα λόγια του Εκκλησιαστή έφτασαν ανεξίτηλα μέχρι και σήμερα, προφυλαγμένα –αν και σαν μαύρο πρόβατο- μέσα στην κιβωτό του θρησκευτικού δόγματος, για να αναδειχθούν σχεδόν αυτούσια σε ένα λαϊκό τραγούδι.

Δεν έχω καμία ανάγκη να κλείσω το τελευταίο μου post για το 2017 με ένα «αλλά», «ματαιότης μεν αλλά…». Όντας ένας άνθρωπος που έχει ταλαιπωρηθεί πολλαπλώς από την κατάθλιψη, δε μου είναι χρήσιμα (μακάρι να ήταν) τα μηνύματα – moto που χτυπούν την πλάτη σου ως «έλα τώρα σταμάτα, όλα θα πάνε καλά» για να πάμε την κουβέντα παραπάνω.

Όμως έχω μια γονιδιακή αποστροφή ως προς τη μιζέρια. Ενθυμούμενος λοιπόν τους όμορφους Αμαλιώτες, την άξια ζωή τους και τα πηγαία γλέντια τους, δε μπορώ να μη βρω ένα ακόμα σημείο επαφής με τον Εκκλησιαστή:

Στην προσπάθεια του να βρει ένα κάποιο νόημα, αναφέρει αυτό και μόνο:

«Ξέρω πως καλό στον κόσμο δεν υπάρχει
πλην η χαρά της ζωής
και ο καλός αγώνας»
(3:12)

Καλούς αγώνες, λοιπόν, απέναντι σε αυτό το Σφαγείο της ζωής. Και του Χρόνου.

Going Back

image

Όλα. Θες να τα γράψεις όλα μαζί. Να τα χωρέσεις όλα στο χαρτί, όπως και στη ζωή:

Για το καλοκαίρι πριν τις διακοπές -που συνήθιζε να είναι το καλύτερο σου- για τις ετοιμασίες για το νησί -ψυχικές γιατί κατά τα άλλα, τι; Ένα μπλουζάκι και 3 βιβλία θα πάρεις. Ίσως κι ένα λουλουδάτο -ναι- πουκάμισο να πιεις κανένα ποτό σαν άνθρωπος- για το νέο βιβλίο που μυρίζει ακόμα χαρτί και το αρπάζεις ξαφνικά από τη βιβλιοθήκη και το κρατάς λες και θα του σκάσεις ένα φιλί, για ένα τραγούδι το Phil Collins που παίζει στο repeat απ’ το πρωί.

Να βάλουμε ντιβάνια στο σπίτι. Να το γεμίσουμε. Να κολλάνε στους τοίχους, τόπους τόπους στο σαλόνι. Αυτά, με τους -θεέ μου, τι λέξη- σουμιέδες που τρίζουν και τα τόσο λεπτά στρώματα σαν τα ζελεδάκια «σκουλήκια». Αυτά που διπλώνουν και τα ανεβάζεις στο πατάρι, αλλά δεν δίπλωσαν ποτέ γιατί στα σπίτια αυτά πάντα ερχόταν κόσμος να ανοίξει τα μονοπάτια εκείνα όπου όλα πάνε καλά.

Να ξαπλώνουμε τα μεσημέρια. Όπου βρει ο καθένας, όπου τον χτυπήσει ο Αύγουστος, όπου τον βρει. Στα ντιβάνια αυτά, που έχουν ακόμα σκιές από νυχτικά με κρόσια. Να κλείνουμε τα μάτια και να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας, να μας χτυπήσει ο ανεμιστήρας στη ημι-περιστροφή του. Τόσο λίγο και μετά να περιμένουμε ξανά. Να κουνήσει σαν καλάμια τις τρίχες στο κορμί, αυτό που εσένα σε ανατριχιάζει και εμένα τόσο με ηρεμεί. Μαζί και την έξω από το παντζούρι πόλη. Όλη την πόλη, εκτός του μεντεσέ στο απέναντι πλυσταριό.

Αυτά τα μεσημέρια. Ίδια, αιώνες τώρα. 10 χρόνια πριν, ακριβώς, στη Θεσσαλονίκη, ένα μεσημέρι, ολόιδιο, που σου ‘γραφα:

γι’ αυτό και εδώ
σε ένα άδειο σπίτι
σε μια άδεια πόλη
ποτίζω στους τοίχους τις σκιές
των κατεβασμένων παντζουριών
σκαρφίζομαι περιπέτειες νεροχύτη
στα κάστρα των άπλυτων ποτηριών.
ένα αθόρυβο πήγαινελα από δωμάτιο σε δωμάτιο
μην και χορταριάσει το χολ
και δεν βρουν το γυρισμό αυτοί που ‘φύγαν.

Απλώνω το χέρι σαν για να πιάσω παγούρι και παίρνω από το ράφι τις Εποχές της Ικαρίας. Τις ακουμπώ στο στήθος μου. Έχουν τη δροσιά που κρατάει το χαρτί όταν είναι στη σκιά. Σαν διαβατήριο τις βαστάω. Σαν παρασύνθημα μάλλον. Να μου επιτραπεί η είσοδος. Για να επιστρέψω, στα άλλα μεσημέρια, εκείνα του νησιού, που τα ντιβάνια γίνονται πεζούλες κάτω από τις πασχαλιές και τις συκιές. Που η αλμύρα στο κορμί κάνει τη δουλειά της. Που το ‘να μάτι μένει μισάνοιχτο ξαγρυπνώντας για την πρώτη φωνή του φίλου, εκείνη που θα κηρύξει το απογευματινό μπάνιο, το πιο ωραίο.

Πόσο χρειάζεσαι να επιστρέψεις σε αυτά τα μεσημέρια; 4:39 μόνο.

Και το τραγούδι ξαναρχίζει. Καλή επιστροφή. (Ραντεβού τον Σεπτέμβριο)

But thinking young and growing older is no sin
And I can play the game of life to win.

A little bit of courage is all we lack
So catch me if you can, I’m goin’ back.

Ξέρω τι μου έκανες, Καλοκαίρι του ’87!

image

Καταρχήν, δεν υπάρχει κανείς που να μη θυμάται πού ήταν το βράδυ της 14ης Ιουνίου 1987 (εφόσον τότε ήταν σε ηλικία που έστω περπατούσε). Τόσο καθοριστική στάθηκε αυτή η βραδιά για τη ζωή όλων μας. Μετά από αυτό, για το μόνο γεγονός που νομίζω θυμόμαστε όλοι το πού βρισκόμασταν, είναι ο σεισμός της Αθήνας του 1999.

Εγώ βρισκόμουν στα ξαδέρφια μου από την Ικαρία, στη Λαμπρινή και βλέπαμε τον Αγώνα. Θυμάμαι και τον χαμό μετά, αλλά αυτό προφανώς είναι κάτι που το ζήσαμε όλοι μαζί, αφού γίναμε ένα στον δρόμο.

Τι συνέβη πριν από το Ευρωμπάσκετ, δε μπορώ να θυμηθώ και πολύ καλά (γιατί τότε ήμουν 7 ετών). Από τη μνήμη, ξεπετάγεται μόνο, αχνά, μια εικόνα: Όλη η οικογένεια μπροστά στην τηλεόραση να βλέπουμε μπάσκετ και να κάνουμε πλάκα με αυτό τον παίκτη που σούταρε με «αστείο» (= ιδιαίτερο) τρόπο. (Λες και ξέραμε και απο πριν πώς σουτάρουν οι άνθρωποι). Να δεις πώς τον είπαμε. Πώς τον λένε, ρε μπαμπα;… Α ναι, Νίκο Γκάλη. Το πιστεύεις; Δεν τον γνωρίζαμε ακόμα.

Τι συνέβη μετά, όλοι το ξέρουμε: Οι γειτονιές γέμισαν μπασκέτες και το ελληνικό μπάσκετ βασίλευσε στην Ευρώπη. Και ακόμα το κάνει.

Συνέβησαν και άλλα πράγματα όμως, με αφορμή αυτό: Ο έρωτας της δικιάς μου γενιάς (και της προηγούμενης) με παίκτες – φιγούρες – σύμβολα σαν τον Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά. Ένας Έρωτας που κρατάει μέχρι σήμερα και δεν έχει να κάνει μόνο με τη νοσταλγία αλλά και με την Πολιτεία όλων αυτών, και μερικών ακόμα. Στην αρχή δεν ήταν συνειδητό, με τα χρόνια όμως ήρθε το γιατί:

Αυτή η γενιά των μπασκετόφιλων, έγινε “φυλή”, με τον καιρό προστέθηκαν και άλλοι. Και άλλοι προστέθηκαν όμως και στους ίδιους τους παίκτες, οι νέες γενιές Ελλήνων καλαθοσφαιριστών. Όλοι τους συντονισμένοι στην ίδια “περιοχή”: Εκείνη του καλύτερου προσώπου των Νεοελλήνων.

Του ανθρώπου εκείνου που κρατώντας ό,τι χρειάζεται απο το παρελθόν, χωνεμένο, δρα στο σήμερα, προκόβει και ξεχωρίζει. Με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: Ταλέντο, δουλειά, γνώση και μελέτη για τον τομέα του,  δουλειά, μετριοφροσύνη, προσπάθεια, δουλειά, ομαδικότητα, αναγνώριση προς όσους τα έχουν καταφέρει μέχρι τώρα, επαγγελματική εξέλιξη (- λεφτά), διακρίσεις και, κυρίω  έναν σεβασμό προς τον άλλον (τον αντίπαλο) και μια κουλτούρα σύγχρονου παγκόσμιου ατόμου που χωρίς να χάνει το στίγμα της καταγωγής του, περιφρονεί όλες εκείνες τις εθνικιστικές αρλούμπες.

Αυτοί οι άνθρωποι εκπέμπουν με τον καλύτερο τρόπο ό,τι καλύτερο μπορούμε να είμαστε. Και μόνο τυχαίο δεν είναι που αυτή η κουλτούρα πέρασε και στους νεότερους, τον Σιγάλα, Παπαλουκά, τον Διαμαντίδη,  τον Μπουρούση, κ.ά.

Και πέρασε, αν μου επιτρέπετε και στους φιλάθλους αυτής της “φυλής”. Φυσικά δεν αναφέρομαι στα ζώα που διέκοψαν τον πρόσφατο τελικό πρωταθλήματος μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού. Ίσως αυτό έσωσε το ελληνικό μπάσκετ, ότι δεν έγινε ποτέ το «λαϊκό άθλημα», αν και οι πρωταγωνιστές του είναι κατεξοχήν παιδιά αυτού του λαού.

Ούτε τυχαίο είναι που όλο αυτό το κλίμα αποτυπώθηκε από τον Πορτοκάλογλου, ο οποίος ανήκει επίσης σε αυτή τη «φυλή» και πάντα αυτό έκανε: Τοποθετούσε τη χώρα μπροστά στον καθρέφτη της, δίνοντας τον καλύτερο του εαυτό.

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, παρακολουθώ την τελετή για την επέτειο των 30 χρόνων (μα γιατί δεν έγινε μια φιέστα στο ΣΕΦ να παρελάσουν από εκεί όλες οι Εθνικές Μπάσκετ της χώρας;) και ετοιμάζομαι να ξαναδώ τον τελικό του 1987.

Και, νομίζω, είναι η πρώτη φορά που γράφω ένα τέτοιο κείμενο. Αλλά για μένα δεν είναι «επετειακό» το θέμα. Είναι κάτι που με καθορίζει και με καθοδηγεί. Και, κυρίως, το απολαμβάνω ως φίλαλθος.

Για όλα τα παραπάνω, τους ευχαριστώ.

Of course, some days the muses may not visit me. When this occurs, I accept the situation with equanimity and give myself permission to write a clumsy first draft and vigorously edit it later. This approach is possible because I understand that my intrinsic self-worth is separate from my talent and my productivity, and because I know that I am deserving of love even if my writing is not very good.

Hallie Cantor

Ο τούρκικος καφές και τα 40 χρόνια

image

Μια ιστορία λέει πως ο καφές πέρασε από την Υεμένη στην Τουρκία. Περίπου 450 χρόνια πριν, ο Διοικητής της Υεμένης Özdemir Pasa τον έφερε στην Πόλη. Μετά το 1615, Βενετοί έμποροι και μετά το 1650 έμποροι από τη Μασσαλία πήγαν τον καφέ στην Ευρώπη και από εκεί πια σε όλον τον ντουνιά. Ο καφές είναι πολύ σημαντικός για την κουλτούρα της Τουρκίας. Από την υποδοχή και τη φιλοξενία μέχρι τα προξενειά. Πάμπολλα τα τραγούδια και οι εκφράσεις γι’ αυτόν. Χαρακτηριστικά, υπάρχει μία που μπορούμε να την αποδώσουμε ως εξής: “Κέρασε με, φτιάξε μου έναν καφέ κι εγώ δε θα σε ξεχάσω για 40 χρόνια”. 

“Bir kahvenin kırk yıl hatırı vardır”