Going Back

image

Όλα. Θες να τα γράψεις όλα μαζί. Να τα χωρέσεις όλα στο χαρτί, όπως και στη ζωή:

Για το καλοκαίρι πριν τις διακοπές -που συνήθιζε να είναι το καλύτερο σου- για τις ετοιμασίες για το νησί -ψυχικές γιατί κατά τα άλλα, τι; Ένα μπλουζάκι και 3 βιβλία θα πάρεις. Ίσως κι ένα λουλουδάτο -ναι- πουκάμισο να πιεις κανένα ποτό σαν άνθρωπος- για το νέο βιβλίο που μυρίζει ακόμα χαρτί και το αρπάζεις ξαφνικά από τη βιβλιοθήκη και το κρατάς λες και θα του σκάσεις ένα φιλί, για ένα τραγούδι το Phil Collins που παίζει στο repeat απ’ το πρωί.

Να βάλουμε ντιβάνια στο σπίτι. Να το γεμίσουμε. Να κολλάνε στους τοίχους, τόπους τόπους στο σαλόνι. Αυτά, με τους -θεέ μου, τι λέξη- σουμιέδες που τρίζουν και τα τόσο λεπτά στρώματα σαν τα ζελεδάκια «σκουλήκια». Αυτά που διπλώνουν και τα ανεβάζεις στο πατάρι, αλλά δεν δίπλωσαν ποτέ γιατί στα σπίτια αυτά πάντα ερχόταν κόσμος να ανοίξει τα μονοπάτια εκείνα όπου όλα πάνε καλά.

Να ξαπλώνουμε τα μεσημέρια. Όπου βρει ο καθένας, όπου τον χτυπήσει ο Αύγουστος, όπου τον βρει. Στα ντιβάνια αυτά, που έχουν ακόμα σκιές από νυχτικά με κρόσια. Να κλείνουμε τα μάτια και να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας, να μας χτυπήσει ο ανεμιστήρας στη ημι-περιστροφή του. Τόσο λίγο και μετά να περιμένουμε ξανά. Να κουνήσει σαν καλάμια τις τρίχες στο κορμί, αυτό που εσένα σε ανατριχιάζει και εμένα τόσο με ηρεμεί. Μαζί και την έξω από το παντζούρι πόλη. Όλη την πόλη, εκτός του μεντεσέ στο απέναντι πλυσταριό.

Αυτά τα μεσημέρια. Ίδια, αιώνες τώρα. 10 χρόνια πριν, ακριβώς, στη Θεσσαλονίκη, ένα μεσημέρι, ολόιδιο, που σου ‘γραφα:

γι’ αυτό και εδώ
σε ένα άδειο σπίτι
σε μια άδεια πόλη
ποτίζω στους τοίχους τις σκιές
των κατεβασμένων παντζουριών
σκαρφίζομαι περιπέτειες νεροχύτη
στα κάστρα των άπλυτων ποτηριών.
ένα αθόρυβο πήγαινελα από δωμάτιο σε δωμάτιο
μην και χορταριάσει το χολ
και δεν βρουν το γυρισμό αυτοί που ‘φύγαν.

Απλώνω το χέρι σαν για να πιάσω παγούρι και παίρνω από το ράφι τις Εποχές της Ικαρίας. Τις ακουμπώ στο στήθος μου. Έχουν τη δροσιά που κρατάει το χαρτί όταν είναι στη σκιά. Σαν διαβατήριο τις βαστάω. Σαν παρασύνθημα μάλλον. Να μου επιτραπεί η είσοδος. Για να επιστρέψω, στα άλλα μεσημέρια, εκείνα του νησιού, που τα ντιβάνια γίνονται πεζούλες κάτω από τις πασχαλιές και τις συκιές. Που η αλμύρα στο κορμί κάνει τη δουλειά της. Που το ‘να μάτι μένει μισάνοιχτο ξαγρυπνώντας για την πρώτη φωνή του φίλου, εκείνη που θα κηρύξει το απογευματινό μπάνιο, το πιο ωραίο.

Πόσο χρειάζεσαι να επιστρέψεις σε αυτά τα μεσημέρια; 4:39 μόνο.

Και το τραγούδι ξαναρχίζει. Καλή επιστροφή. (Ραντεβού τον Σεπτέμβριο)

But thinking young and growing older is no sin
And I can play the game of life to win.

A little bit of courage is all we lack
So catch me if you can, I’m goin’ back.

Ξέρω τι μου έκανες, Καλοκαίρι του ’87!

image

Καταρχήν, δεν υπάρχει κανείς που να μη θυμάται πού ήταν το βράδυ της 14ης Ιουνίου 1987 (εφόσον τότε ήταν σε ηλικία που έστω περπατούσε). Τόσο καθοριστική στάθηκε αυτή η βραδιά για τη ζωή όλων μας. Μετά από αυτό, για το μόνο γεγονός που νομίζω θυμόμαστε όλοι το πού βρισκόμασταν, είναι ο σεισμός της Αθήνας του 1999.

Εγώ βρισκόμουν στα ξαδέρφια μου από την Ικαρία, στη Λαμπρινή και βλέπαμε τον Αγώνα. Θυμάμαι και τον χαμό μετά, αλλά αυτό προφανώς είναι κάτι που το ζήσαμε όλοι μαζί, αφού γίναμε ένα στον δρόμο.

Τι συνέβη πριν από το Ευρωμπάσκετ, δε μπορώ να θυμηθώ και πολύ καλά (γιατί τότε ήμουν 7 ετών). Από τη μνήμη, ξεπετάγεται μόνο, αχνά, μια εικόνα: Όλη η οικογένεια μπροστά στην τηλεόραση να βλέπουμε μπάσκετ και να κάνουμε πλάκα με αυτό τον παίκτη που σούταρε με «αστείο» (= ιδιαίτερο) τρόπο. (Λες και ξέραμε και απο πριν πώς σουτάρουν οι άνθρωποι). Να δεις πώς τον είπαμε. Πώς τον λένε, ρε μπαμπα;… Α ναι, Νίκο Γκάλη. Το πιστεύεις; Δεν τον γνωρίζαμε ακόμα.

Τι συνέβη μετά, όλοι το ξέρουμε: Οι γειτονιές γέμισαν μπασκέτες και το ελληνικό μπάσκετ βασίλευσε στην Ευρώπη. Και ακόμα το κάνει.

Συνέβησαν και άλλα πράγματα όμως, με αφορμή αυτό: Ο έρωτας της δικιάς μου γενιάς (και της προηγούμενης) με παίκτες – φιγούρες – σύμβολα σαν τον Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά. Ένας Έρωτας που κρατάει μέχρι σήμερα και δεν έχει να κάνει μόνο με τη νοσταλγία αλλά και με την Πολιτεία όλων αυτών, και μερικών ακόμα. Στην αρχή δεν ήταν συνειδητό, με τα χρόνια όμως ήρθε το γιατί:

Αυτή η γενιά των μπασκετόφιλων, έγινε “φυλή”, με τον καιρό προστέθηκαν και άλλοι. Και άλλοι προστέθηκαν όμως και στους ίδιους τους παίκτες, οι νέες γενιές Ελλήνων καλαθοσφαιριστών. Όλοι τους συντονισμένοι στην ίδια “περιοχή”: Εκείνη του καλύτερου προσώπου των Νεοελλήνων.

Του ανθρώπου εκείνου που κρατώντας ό,τι χρειάζεται απο το παρελθόν, χωνεμένο, δρα στο σήμερα, προκόβει και ξεχωρίζει. Με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: Ταλέντο, δουλειά, γνώση και μελέτη για τον τομέα του,  δουλειά, μετριοφροσύνη, προσπάθεια, δουλειά, ομαδικότητα, αναγνώριση προς όσους τα έχουν καταφέρει μέχρι τώρα, επαγγελματική εξέλιξη (- λεφτά), διακρίσεις και, κυρίω  έναν σεβασμό προς τον άλλον (τον αντίπαλο) και μια κουλτούρα σύγχρονου παγκόσμιου ατόμου που χωρίς να χάνει το στίγμα της καταγωγής του, περιφρονεί όλες εκείνες τις εθνικιστικές αρλούμπες.

Αυτοί οι άνθρωποι εκπέμπουν με τον καλύτερο τρόπο ό,τι καλύτερο μπορούμε να είμαστε. Και μόνο τυχαίο δεν είναι που αυτή η κουλτούρα πέρασε και στους νεότερους, τον Σιγάλα, Παπαλουκά, τον Διαμαντίδη,  τον Μπουρούση, κ.ά.

Και πέρασε, αν μου επιτρέπετε και στους φιλάθλους αυτής της “φυλής”. Φυσικά δεν αναφέρομαι στα ζώα που διέκοψαν τον πρόσφατο τελικό πρωταθλήματος μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού. Ίσως αυτό έσωσε το ελληνικό μπάσκετ, ότι δεν έγινε ποτέ το «λαϊκό άθλημα», αν και οι πρωταγωνιστές του είναι κατεξοχήν παιδιά αυτού του λαού.

Ούτε τυχαίο είναι που όλο αυτό το κλίμα αποτυπώθηκε από τον Πορτοκάλογλου, ο οποίος ανήκει επίσης σε αυτή τη «φυλή» και πάντα αυτό έκανε: Τοποθετούσε τη χώρα μπροστά στον καθρέφτη της, δίνοντας τον καλύτερο του εαυτό.

Την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, παρακολουθώ την τελετή για την επέτειο των 30 χρόνων (μα γιατί δεν έγινε μια φιέστα στο ΣΕΦ να παρελάσουν από εκεί όλες οι Εθνικές Μπάσκετ της χώρας;) και ετοιμάζομαι να ξαναδώ τον τελικό του 1987.

Και, νομίζω, είναι η πρώτη φορά που γράφω ένα τέτοιο κείμενο. Αλλά για μένα δεν είναι «επετειακό» το θέμα. Είναι κάτι που με καθορίζει και με καθοδηγεί. Και, κυρίως, το απολαμβάνω ως φίλαλθος.

Για όλα τα παραπάνω, τους ευχαριστώ.

Of course, some days the muses may not visit me. When this occurs, I accept the situation with equanimity and give myself permission to write a clumsy first draft and vigorously edit it later. This approach is possible because I understand that my intrinsic self-worth is separate from my talent and my productivity, and because I know that I am deserving of love even if my writing is not very good.

Hallie Cantor

Ο τούρκικος καφές και τα 40 χρόνια

image

Μια ιστορία λέει πως ο καφές πέρασε από την Υεμένη στην Τουρκία. Περίπου 450 χρόνια πριν, ο Διοικητής της Υεμένης Özdemir Pasa τον έφερε στην Πόλη. Μετά το 1615, Βενετοί έμποροι και μετά το 1650 έμποροι από τη Μασσαλία πήγαν τον καφέ στην Ευρώπη και από εκεί πια σε όλον τον ντουνιά. Ο καφές είναι πολύ σημαντικός για την κουλτούρα της Τουρκίας. Από την υποδοχή και τη φιλοξενία μέχρι τα προξενειά. Πάμπολλα τα τραγούδια και οι εκφράσεις γι’ αυτόν. Χαρακτηριστικά, υπάρχει μία που μπορούμε να την αποδώσουμε ως εξής: “Κέρασε με, φτιάξε μου έναν καφέ κι εγώ δε θα σε ξεχάσω για 40 χρόνια”. 

“Bir kahvenin kırk yıl hatırı vardır”

Τα βιβλία,  η χρήσιμη σιωπή της ανάγνωσης & ο ενοχικός βιβλιοκουβαλητής

image

Φέτος δεν έκανα ρεζουμέ του 2016. Για πολλούς λόγους. Όχι ότι λείψανε οι ωραίες στιγμές, τα ταξίδια, οι μπάρες, ο έρωτας, οι φίλοι, τα βιβλία. Αλλά… άστο!

Μια στάνταρ αναφορά όμως για κάθε χρονιά που τελειώνει, είναι τα βιβλία. Όχι, δεν είμαι βιβλιοφάγος. Δυστυχώς, όπως άλλωστε θα διαπιστώσει όποιος με παρακολουθεί στο #fayumreading.

Διαβάζω αργά (είμαι βραδύνους) και δεν και έχω πολύ χρόνο (φτηνή δικαιολογία αυτό). Έχω μανία όμως να αγοράζω νέους τίτλους και να τους στοιβάζω, με την ηλίθια κάθε φορά ελπίδα ότι θα τα διαβάσω. Διατηρώ μάλιστα και προφίλ στο Goodreads.com

Οι τίτλοι των βιβλίων μού είναι αρκετοί αλλά βρίσκονται διασκορπημένοι ανάμεσα στο πατρικό του Πειραιά, στο υπόγειο του σε κούτες (από την περίοδο της Θεσσαλονίκης και στο Ελληνορώσων όπου τα τελευταία χρόνια διαμένω ως «σώγαμπρος».

Η κατασκευή μιας μεγάλης βιβλιοθήκης στο σαλόνι του Ελληνορώσων, η οποία να είναι ικανή να φιλοξενήσει αρκετα από όλα αυτά τα άστεγα βιβλία, είναι ένας στόχος για το 2017. Ένα νιου γίαρς ρεζολούτιον που λένε και στο χωριό σου. Φυσικά δε θα την φτιάξω εγώ, γιατί ως γνωστόν δεν τραβάω ευθεία γραμμή ούτε με χάρακα.  Την κατασκευή της θα αναλάβει η «σπιτονοικοκυρά» μου (και κυρά μου) Ηλέκτρα, που πιάνουν τα χέρια της. Είναι η Elektron Just με το justdiy.gr

Καιρό τη συζητάμε τη βιβλιοθήκη και νομίζω κοντεύει η ώρα της. Μέχρι να γίνει όμως αυτό, η Ηλέκτρα έκατσε και μου έφτιαξε ένα ξεχωριστό, όμορφο και χρήσιμο δώρο λόγω εορτών: Τον βιβλιοκουβαλητή.

Ο βιβλιοκουβαλητής που βλέπετε έχει ροδάκια από κάτω αλλά και σχοινιά –χερούλια στο πλάι για τη μεταφορά του. Εσύ μεταφέρεις τον βιβλιοκουβαλητή και εκείνος τα βιβλία. Μάλιστα, για να μη χρειαστεί να τον κουβαλάς στα χέρια, της έχω ζητήσει να προσθέσει ένα μακρύ σκοινί για να τον τραβάω όρθιος από δωμάτιο σε δωμάτιο. Αν τον φτιάξεις κι εσύ, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ως έπιπλο στο σαλόνι για τα βιβλία αλλά και τα περιοδικά και τις εφημερίδες.

Τον φόρτωσα με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω φέτος (φαντάζομαι θα προστεθούν και άλλα) και τώρα πια μπορώ να τα έχω σε όποιο δωμάτιο βρίσκομαι. Αυτό βολεύει για πολλούς λόγους, κυρίως γιατί δε διαβάζω ένα βιβλίο και περνάω σε άλλο αλλά πολλά βιβλία ταυτόχρονα.

Ο βιβλιοκουβαλητής, για ένα ενοχικό και ψυχαναγκαστικό άτομο σαν εμένα μπορεί να φανεί χρήσιμος και για έναν ακόμα λόγο: Τον δένεις στο πόδι σου και τον σέρνεις μαζί σου μέσα στο σπίτι, όταν αράζεις μπροστα στην τηλεόραση ή τον υπολογιστή, για να μη χαζεύεις με τόσα βιβλία αδιάβαστα… ακριβώς δίπλα σου κάθε στιγμή.  Γίνεται υλική προέκταση των τύψεων σου, κυριολεκτικά βαρύνουσα, γι’ αυτό και ενοχικός ο ίδιος ο βιβλιοκουβαλητής.

Η ανάγνωση είναι από τις μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής μου. Και όποτε εχω την πολυτέλεια να διαβάζω, είμαι πολύ χαρούμενος.

Ας είναι αυτό μια ευχή αλλά και ένας στόχος για το 2017: Να διαβάζουμε περισσότερο, ο καθένας ό,τι θέλει. Μας κάνει καλό για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι συντελεί στην «χρήσιμη σιωπή», με τόση μπουφόνικη φλυαρία γύρω μας, κάνουμε καλό στον εαυτό μας αλλά και στους δίπλα μας.

Άλλωστε, όπως έγραψε και ο George R.R. Martin: Ένας αναγνώστης ζει χιλιάδες ζωές πριν πεθάνει. Ένας άνθρωπος που ποτέ του δε διαβάζει, ζει μόνο μία.

Καλή φώτιση, μέρα που είναι!