Treating Your Brand Like Your Future Son-in-law

Creativity, Political Correctness, and the marketeers’ “conclusion” that if you want to only evoke positive feelings to your audience, you must talk exclusively about positive feelings.

A few years back, a conflict broke out between the Greek Truckers and a Greek popstar singer. What was the problem? The President of the Truckers’ Union expressed his dismay because in the singer’s videoclip a trucker was depicted as a not so upstanding character! In fact, he seemed to lapse into some moral misconduct. Mr President justified his indignation claiming that the specific character represented an insult to the all truckers. Repeat: the representation of one professional displaying immoral behaviour in a given fictional storyline of a musical videoclip, could cause the public to form a negative opinion about all professionals of that field collectively.

If my memory serves right, the singer tried to offer some kind of explanation, but, as society was already taking a conservative turn, the conflict seemed to get serious. But it really shouldn’t be.

If what the, otherwise likeable, President was claiming was true, people, all of us, should be deeply offended by all fictional heroes since the Homeric epics and until today. And of course, we should also be offended by the creators of those stories. Aristophanes included.

Hotel owners should be pissed off by the Thénardiers from Les Misérables by Victor Hugo, snakes should be mad with the serpent of Eden, and wolves should be absolutely enraged by the Big Bad Wolf.

We should all get offended every time a character depicted in any story as immoral or badly behaved, seemed to share a common with us characteristic (profession, sex, color, sports team etc). That way, though, books would wither, movies would be dry as bones, and people would lose interest in fiction altogether, because, simply, nothing would ring true anymore. Yes, fiction can be real, when it steals little pieces of life and built upon it. Even in anecdotes.

Thank God that real creators never paid any attention to this preachy debate and continue to make interesting stories in any format.

Advertisers, on the other hand, seem to have paid too much attention:

Political Correctness has infiltrated every aspect of public life, mentalities have changed, so have the standards of behaviour (read this very interesting Greek article). Political Correctness has gotten tangled up not only with creativity, but also with the prefabricated concerns that marketeers have long ago developed in order to justify their positions and salaries, and as a result a new, extremely consistent behaviour, has emerged:

The Mother in Law — Marketeer!

The Mother in Law — Marketeer (who can be working either at an advertising agency, or directly at a Brand) strives to create for the Brand a very specific character and personality. I was trying to put my finger on it for a long time, to decide what exactly it reminded me of, and I finally got it:

The Mother in Law — Marketeer views the Brand in the same way they view their son in law: every time the Mother in Law (Greek Mother in Law, to be exact) — Marketeer is faced with a choice, or decision, they seem to think:

How would I like my daughter’s husband to be, and what are the things I would never want him to do?

The best way for my daughter to be perfectly happy and content would be for my son in law to smile all the time and discuss only pleasant things. So much so, that even when he makes jokes to make her laugh, they should only be about feelings of perfect happiness and emotion, nothing less than pure excitement and traditional values.

My daughter will always be happy with her perfect little husband.

Below you can see the reaction of the daughter when she meets that “ideal” husband:

Seeing the creature-son in law (advertised product) that the mother in law (marketeer) has created, the bride (consumer) either, at best, is horrified, or, at worst, completely ignores it.

That’s why all commercials look the same and you have to see the actual product in order to understand what they are about. Because they are rounded, plastic, intended for perfect people. Or as I call these commercials, chicken soup. A mushy thing that contains all the clichés and a dash of ignorance.

Finally, to get to that point when you are asked to remove even the phrase “what are you scared of?” from the radio spot you are preparing.

“Why, though? It’s funny and it comes across exactly as what we want to say”

“Take it out!”

“Yes, bur fear is a negative feeling”


“We don’t want the listener to feel scared!”

“But he’s not talking to the listener. And even if he was, the word ‘scared’ is not scary by itself! In this specific context it becomes funny!”

It’s clear that this article does not discuss the real concerns of brand protection, especially in the social media arena age. Neither about the necessity of political correctness. For God’s sake! We are talking about the simple product storytelling.

Blocking out every negative emotion, except, perhaps those that are going to be predictably reversed, the filtering done by the administrators of communication, combined with “political correctness” as pointed out in the beginning, all these paves the way for the advertising of tomorrow.

In the future the heroes in advertisements will look like dolls, with no individual characteristics. Neither black, nor white, neither fat, not thin. Always smiling, happy, and determined to fight for their beliefs, to win and bring tears to the eyes. They will only talk pleasantries. When they have something negative to say, it’s only so to signify that they did not gave in to it.

But, fortunately, until then there will still be creators that will make the viewers care and dig it, even if sometimes it makes them feel uncomfortable.

Konstantinos Vatougios (a.k.a. fayum) is a Creative Director from Greece. 

Το Skim Reading και οι «παράπλευρες απώλειές» του

Με αφορμή το άρθρο στον Guardian: “Skim reading is the new normal. The effect on society is profound” της Maryanne Wolf.

 Illustration: Sebastien Thibault

Δυσκολεύεσαι πλέον να διαβάσεις ένα μεγάλο κείμενο; Διαβάζεις την πρώτη σειρά και μετά προσπαθείς να «βγάλεις το νόημα» από λέξεις – spots διατρέχοντας διαγωνίως το κείμενο; Όσο περνάει ο καιρός σού συμβαίνει και με όλο μικρότερα κείμενα; Ε τότε ξέρεις ήδη τι σημαίνει Skim Reading.

Σύμφωνα με τις νευροεπιστήμες, η απόκτηση αλφαβητισμού απαιτούσε ένα νέο κύκλωμα στον εγκέφαλο του είδους μας περισσότερο από 6.000 χρόνια πριν. Γι’ αυτό και οι επιστήμονες – στο άρθρο του Guardian– κάνουν λόγο για την ανάγκη δημιουργίας ενός νέου είδους εγκεφάλου: έναν «αμφίδρομο» εγκεφάλου ανάγνωσης, ικανό για τις βαθύτερες μορφές σκέψης σε ψηφιακά ή παραδοσιακά μέσα.

Διαβάζοντας όμως το άρθρο για το Skim Reading (όχι το δικό μου, του Guardian), καταλαβαίνεις ότι υπάρχει πολύ μεγαλύτερο θέμα από το (τεράστιο) φαινόμενο της αδυναμίας συγκέντρωσης.

Εγώ κοιτάω απλώς το timing και σκέφτομαι το εξής: Την ώρα που οι μηχανές… μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν, ο ανθρώπινος εγκέφαλος χάνει την ικανότητα κριτικής ανάλυσης, ενσυναίσθησης και άλλων σύνθετων διαδικασιών ανάγνωσης.

Μιλάμε δηλαδή για κάτι πέρα από το απλό -πλέον- δίπολο μεταξύ ψηφιακής και έντυπης ανάγνωσης. Όπως -σε ελεύθερη απόδοση- αναφέρει η Maryanne Wolf, μιλάμε πλέον για την ικανότητα να διακρίνουμε το αληθές, την ίδια την πρόθεση να δημιουργήσουμε κάτι όμορφο αλλά και με την απόκτηση της σοφίας που χρειάζεται για να διατηρηθεί η απαραίτητη συνοχή μιας κοινωνίας.

Ο Εκκλησιαστής και τα «Αμαλιώτικα»


Η φωτογραφία είναι από το αναγνωστικό μου blog

Τυχαία αυτό το κείμενο για τη ματαιότητα γράφεται την τελευταία ημέρα του χρόνου. Όσο τυχαία μπορεί να είναι τα πράγματα. [Απλώς σήμερα βρήκα χρόνο].

Ήθελα καιρό να γράψω για τον Εκκλησιαστή, μία καινούργια έκδοση των νέων εκδόσεων ΔΩΜΑ. Στο εξαιρετικό επίμετρο του Θάνου Σαμαρτζή θα βρείτε όλες τις πληροφορίες για τη σπουδαιότητα αλλά και την διαφορετικότητα αυτού του έργου. Το πώς τοποθετεί τον Θεό και τη σχέση του μαζί μας, τον ανθρώπινο βίο και το νόημα του αλλά και την πορεία του έργου μέσα στον χρόνο. Να πούμε μόνο πως είναι ένα από τα βιβλία που απαρτίζουν και την χριστιανική Παλαιά Διαθήκη και την εβραϊκή Βίβλο.

Και είναι τόσο ενδιαφέρον που κατάφερε να τρυπώσει στα Ιερά Κείμενα ακριβώς γιατί αποκλείει τη μεταθάνατο ζωή κάνοντας λόγο ξανά και ξανά για το ότι η ζωή με τον θάνατο τελειώνει μια που ο άνθρωπος χάνεται για πάντα, όπως τα ζώα.

Και όχι μόνο αυτό: Το πνεύμα του Εκκλησιαστή –ακριβώς λόγω του οριστικού μας τέλους- διαπότισε το μήνυμα του:

«Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης»

Αμέσως μου έκανε κλικ η έκφραση αυτή γιατί, για κάποιο λόγο που θα σας πω αμέσως και εν συντομία, την έχω ακούσει πολλές φορές και από πολύ μικρός.

Στην Ικαρία, από όπου κατάγομαι, υπάρχει το Αμάλου. Το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου. Ανήκει στα χωριά του «Πάπα» (του ακρωτηρίου «Κάβο Πάπας») και οι Παπιστάνοι – πόσο μάλλον οι Αμαλιώτες- θεωρούνται ιδιαίτεροι άνθρωποι. Ζουν σε δύσκολες συνθήκες αλλά αγαπούν το γλέντι, το γνήσιο λαϊκό τραγούδι, και τις τελευταίες δεκαετίες με την εισαγωγή της τεχνολογίας στη ζωή μας, έχουν ανακαλύψει διάφορα σπάνια άσματα [αλλά και μοναδικούς καλλιτέχνες]. Αυτά –μεταξύ σοβαρού και αστείου- τα λέμε «Αμαλιώτικα». Είτε γιατί μας τα έχει μάθει κάποιος φίλος – συγγενής Αμαλιώτης, είτε γιατί είναι τόσο άγνωστα , συγκεκριμένα και ιδιαίτερα που κάλλιστα θα μπορούσαν να ανήκουν σε αυτή την κατηγορία: Στα τραγούδια που διασκεδάζουν τους Αμαλιώτες (- Παπιστάνους). Φαντάσου ας πούμε ότι ο πιο γνωστός καλλιτέχνης των «Αμαλιώτικων» είναι ο Ζαγοραίος.

Ένα λοιπόν από τα τραγούδια που από πολύ μικρός έβλεπα να τραγουδούν και να χορεύουν [και ακόμα το κάνουν, κι εγώ μαζί τους] ήταν το «Αν είχαν οι καρδιές φωνή». Μόλις διάβασα τον Εκκλησιαστή, μου ήρθε αμέσως η διακειμενική συγγένεια με τους στίχους του άσματος… έψαξα στο youtube και το βρήκα: Μουσική: Νίκος Παταβούκας, Στίχοι & Ερμηνεία: Κλεοπάτρα (!!!!). Έτος κυκλοφορίας: 1987.

Το ρεφρέν του λοιπόν λέει:

«Μάταιος κόσμος τα πάντα ματαιότης
αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτή η άνθρωποτης»!

Μου φάνηκε τόσο μα τόσο ενδιαφέρον που τα λόγια του Εκκλησιαστή έφτασαν ανεξίτηλα μέχρι και σήμερα, προφυλαγμένα –αν και σαν μαύρο πρόβατο- μέσα στην κιβωτό του θρησκευτικού δόγματος, για να αναδειχθούν σχεδόν αυτούσια σε ένα λαϊκό τραγούδι.

Δεν έχω καμία ανάγκη να κλείσω το τελευταίο μου post για το 2017 με ένα «αλλά», «ματαιότης μεν αλλά…». Όντας ένας άνθρωπος που έχει ταλαιπωρηθεί πολλαπλώς από την κατάθλιψη, δε μου είναι χρήσιμα (μακάρι να ήταν) τα μηνύματα – moto που χτυπούν την πλάτη σου ως «έλα τώρα σταμάτα, όλα θα πάνε καλά» για να πάμε την κουβέντα παραπάνω.

Όμως έχω μια γονιδιακή αποστροφή ως προς τη μιζέρια. Ενθυμούμενος λοιπόν τους όμορφους Αμαλιώτες, την άξια ζωή τους και τα πηγαία γλέντια τους, δε μπορώ να μη βρω ένα ακόμα σημείο επαφής με τον Εκκλησιαστή:

Στην προσπάθεια του να βρει ένα κάποιο νόημα, αναφέρει αυτό και μόνο:

«Ξέρω πως καλό στον κόσμο δεν υπάρχει
πλην η χαρά της ζωής
και ο καλός αγώνας»

Καλούς αγώνες, λοιπόν, απέναντι σε αυτό το Σφαγείο της ζωής. Και του Χρόνου.

Going Back


Όλα. Θες να τα γράψεις όλα μαζί. Να τα χωρέσεις όλα στο χαρτί, όπως και στη ζωή:

Για το καλοκαίρι πριν τις διακοπές -που συνήθιζε να είναι το καλύτερο σου- για τις ετοιμασίες για το νησί -ψυχικές γιατί κατά τα άλλα, τι; Ένα μπλουζάκι και 3 βιβλία θα πάρεις. Ίσως κι ένα λουλουδάτο -ναι- πουκάμισο να πιεις κανένα ποτό σαν άνθρωπος- για το νέο βιβλίο που μυρίζει ακόμα χαρτί και το αρπάζεις ξαφνικά από τη βιβλιοθήκη και το κρατάς λες και θα του σκάσεις ένα φιλί, για ένα τραγούδι το Phil Collins που παίζει στο repeat απ’ το πρωί.

Να βάλουμε ντιβάνια στο σπίτι. Να το γεμίσουμε. Να κολλάνε στους τοίχους, τόπους τόπους στο σαλόνι. Αυτά, με τους -θεέ μου, τι λέξη- σουμιέδες που τρίζουν και τα τόσο λεπτά στρώματα σαν τα ζελεδάκια «σκουλήκια». Αυτά που διπλώνουν και τα ανεβάζεις στο πατάρι, αλλά δεν δίπλωσαν ποτέ γιατί στα σπίτια αυτά πάντα ερχόταν κόσμος να ανοίξει τα μονοπάτια εκείνα όπου όλα πάνε καλά.

Να ξαπλώνουμε τα μεσημέρια. Όπου βρει ο καθένας, όπου τον χτυπήσει ο Αύγουστος, όπου τον βρει. Στα ντιβάνια αυτά, που έχουν ακόμα σκιές από νυχτικά με κρόσια. Να κλείνουμε τα μάτια και να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας, να μας χτυπήσει ο ανεμιστήρας στη ημι-περιστροφή του. Τόσο λίγο και μετά να περιμένουμε ξανά. Να κουνήσει σαν καλάμια τις τρίχες στο κορμί, αυτό που εσένα σε ανατριχιάζει και εμένα τόσο με ηρεμεί. Μαζί και την έξω από το παντζούρι πόλη. Όλη την πόλη, εκτός του μεντεσέ στο απέναντι πλυσταριό.

Αυτά τα μεσημέρια. Ίδια, αιώνες τώρα. 10 χρόνια πριν, ακριβώς, στη Θεσσαλονίκη, ένα μεσημέρι, ολόιδιο, που σου ‘γραφα:

γι’ αυτό και εδώ
σε ένα άδειο σπίτι
σε μια άδεια πόλη
ποτίζω στους τοίχους τις σκιές
των κατεβασμένων παντζουριών
σκαρφίζομαι περιπέτειες νεροχύτη
στα κάστρα των άπλυτων ποτηριών.
ένα αθόρυβο πήγαινελα από δωμάτιο σε δωμάτιο
μην και χορταριάσει το χολ
και δεν βρουν το γυρισμό αυτοί που ‘φύγαν.

Απλώνω το χέρι σαν για να πιάσω παγούρι και παίρνω από το ράφι τις Εποχές της Ικαρίας. Τις ακουμπώ στο στήθος μου. Έχουν τη δροσιά που κρατάει το χαρτί όταν είναι στη σκιά. Σαν διαβατήριο τις βαστάω. Σαν παρασύνθημα μάλλον. Να μου επιτραπεί η είσοδος. Για να επιστρέψω, στα άλλα μεσημέρια, εκείνα του νησιού, που τα ντιβάνια γίνονται πεζούλες κάτω από τις πασχαλιές και τις συκιές. Που η αλμύρα στο κορμί κάνει τη δουλειά της. Που το ‘να μάτι μένει μισάνοιχτο ξαγρυπνώντας για την πρώτη φωνή του φίλου, εκείνη που θα κηρύξει το απογευματινό μπάνιο, το πιο ωραίο.

Πόσο χρειάζεσαι να επιστρέψεις σε αυτά τα μεσημέρια; 4:39 μόνο.

Και το τραγούδι ξαναρχίζει. Καλή επιστροφή. (Ραντεβού τον Σεπτέμβριο)

But thinking young and growing older is no sin
And I can play the game of life to win.

A little bit of courage is all we lack
So catch me if you can, I’m goin’ back.