Life 3.0

Τι θα σημαίνει να είσαι άνθρωπος στην εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης;
Max Tegmark, Μετάφραση: Νίκος Αποστολόπουλος, Εκδόσεις Τραυλός

Σχεδόν δεκατέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια μετά τη γέννησή του (για την ακρίβεια 13,8 δισεκατομμύρια), το Σύμπαν μας ξύπνησε και βάλθηκε να εξερευνήσει τον εαυτό του. Από έναν μικρό μπλε πλανήτη, μικροσκοπικά κομμάτια Σύμπαντος με συνείδηση, άρχισαν να ατενίζουν τον κόσμο με τηλεσκόπια, ανακαλύπτοντας επανειλημμένως πως όσα πίστευαν ότι υπήρχαν είναι απλώς ένα μέρος μιας μεγαλύτερης δομής: ένα ηλιακό σύστημα, ένας γαλαξίας και ένα σύμπαν με πάνω από εκατό δισεκατομμύρια άλλους γαλαξίες αραδιασμένους σε περίπλοκα σχέδια που σχηματίζουν ομάδες, σμήνη και υπερσμήνη. Και μολονότι αυτοί οι παρατηρητές που σιαθέτουν αυτεπίγνωση διαφωνούν για πολλά πράγματα, συνήθως συμφωνούν ότι οι γαλαξίες είναι όμορφοι και προκαλούν δέος.
Η ομορφιά, ωστόσο, είναι θέμα υποκειμενικό, δεν συμπεριλαμβάνεται στους νόμους της φυσικής – γι’ αυτό καθιστά την κοσμική αφύπνισή μας ακόμα πιο συναρπαστική, ένα γεγονός που αξίζει να το γιορτάσουμε επειδή μεταμόρφωσε το Σύμπαν μας από ένα ζόμπι δίχως νου και αυτεπίγνωση σε ένα ζωντανό οικοσύστημα που τρέφει τον αυτοστοχασμό, την ομορφιά και την ελπίδα – και την επιδίωξη στόχων, νοήματος και σκοπού.  

Tέσλα, το πρόσωπο πίσω από τη μάσκα

Βλσντιμίρ Πισταλο – Εκδόσεις Καστανιώτης

Με χτυποκάρδι φύσαγε κι έσβηνε το κερί κάθε φορά που νόμιζε πως ερχόταν ο πατέρας του. Κουρασμένος από την κρυφή μάθηση, ο Νίκολα γρήγορα έγινε μέλος της Βιβλιοθήκης του Γκόσπιτς. Με την άδεια του μεθύστακα βιβλιοθηκάριου άρχισε να τακτοποιεί τα βιβλία στα ράφια, που μέχρι τότε ήταν μες στη σκόνη. Καθάριζε τις δερμάτινες ράχες τους, που μύριζαν ξερά φρούτα. Ο Νίκολα ευγνωμονούσε τους ανθρώπους που έγραφαν βιβλία. Τους εγνωμονούσε τόσο… μα τόσο πολύ! Ήταν φίλοι του, αφού στην πόλη δεν είχε κανέναν φίλο.
«Νομίζω είναι τρελός… θεότρελος».

Πρωτόλειο

Άντριου Μάρτιν – Μετάφραση: Βίβιαν Στεργίου – Εκδόσεις Δώμα

Πέρασα πολύ χρόνο να σκέφτομαι πώς θα ήταν αν ο Μάικλ έπαιρνε τη δική μου μορφή, αν θα μπορούσα να πάρω κι εγώ τη δική του και να νιώσω πώς είναι να τραγουδάς για όλους αυτούς τους ανθρώπους που σωριάζονται στο πάτωμα και θέλουν απεγνωσμένα να σ’ αγγίξουν, σαν να έχεις θεραπευτικές ιδιότητες. Ονειρευόμουν τον Μάικλ διαρκώς, και ξέρω πως κανείς δε θα με πιστέψει, αλλά το βράδυ πριν πεθάνει, νομίζω, ονειρεύτηκα ότι κοιμόμασταν μαζί στο κρεβάτι μου και μου είπε πως δε θα κατάδερνε να εμφανιστεί στις τελευταίες του συναυλίες. Κι όταν τον ρώτησα γιατί, εκείνος απλά χαμογέλασε και μου είπε, με την υπέροχη φωνή του να τρέμει ανεπαίσθητα: «Πρέπει να πάω κάπου, Μόλι. Μη στεναχωριέσαι».

ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα

Roberto Vecchioni – Μετάφραση Δημήτρης Παπαδημητρίου – Εκδόσεις Κριτική

Το πατρικό μου θα ‘ναι γεμάτο βιβλία […] Θ’ αντικρύσω ένα βουνό, έναν ωκεανό βιβλίων να έχει κατακλύσει το σαλόνι, το δωμάτιο, την κουζίνα, το μπαλκόνι. Όπου κι αν στρέφω το βλέμμα θα υπάρχουν μόνο βιβλία, αραδιασμένα, σε στοίβες, πεταμένα, το ένα πάνω στο άλλο, κλειστά, ανοιχτά, στο πλάι ή μπροστά μου, άλλα σκισμένα, άλλα στριμωγμένα σε συρτάρια που χάσκουν, στο νεροχύτη, κάτω απ΄τη βρύση που στάζει, κάτω απ΄το χαλί, πάνω στο καλοριφέρ, πάνω και κάτω απ’ το κρεβάτι, χωμένα το ένα μέσα στ’ άλλο ή και μόνα τους, ελεύθερα δίπλα στις κούπες του καφέ στην κουζίνα, ακόμη και μες το ψυγείο.
Εσύ απ’ το κατώφλι θα χαίρεσαι με τη χαρά μου.

παλιό ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο (2)

Σοσιαλιστικές Ιστορίες ’80s – ’90s – εκδόσεις iWrite

Το σήμα κατατεθέν του όμως ήταν το περισπούδαστο πασοκομούστακο. Δεν ήταν τσιγκελωτό σαν του Γιάννη Χαραλαμπόπουλου. Δεν ήταν «της περιφέρειας, σαν του Δημήτρη Ρέππα ή του Ανδρέα Φούρα». Δεν ήταν διστακτικό σαν του Κώστα Γείτονα, ούτε καν καλλιτεχνικό σαν του Μπουγιουκλάκη. Είχε ένα ειδικό βάρος. Είχε κύρος, είχε μια αυτονομία. Νόμιζες πως τα βράδια θα ξεκόλλαγε το μουστάκι να πάει στο ψυγείο να ανοίξει να πιεί μια μπύρα και τα χαράματα θα επανερχόταν στην θέση του.

παλιό ΠΑΣΟΚ το ορθόδοξο

Σοσιαλιστικές Ιστορίες ’80s – ’90s – εκδόσεις iWrite

Έχοντας τα λουλούδια στο ένα χέρι και το Cutty Sark στο άλλο, διαβαίνω την εξώπορτα του σπιτιού μου στο Κολωνάκι. Βλέπω τη γυναίκα μου να κάθεται στο σαλόνι και να παρακολουθεί στην τηλεόραση κάποια εκπομπή μαγειρικής. Καθώς τη βλέπω, της σκάω ένα φιλί και της δίνω τα λουλούδια, με το ζιβάγκο μου να καλύπτει με τέχνη όλα τα προηγούμενα σημάδια έρωτα. Ύστερα, κάθομαι στο τραπέζι και προσποιούμενος ότι πεινάω, ανάβω ένα πούρο, το οποίο την ώρα που καπνίζω, η σκέψη μου μεταφέρεται στον ιδρυτή του κόμματος, ο οποίος άλλαξε τη ζωή και την κοσμοθεωρία μου. Κάπως έτσι, αποφασίζω να απομακρύνω τη γυναίκα μου από την τηλεόραση και να αλλάξω το πρόγραμμα της με βιντεοκασέτες παλιότερων ομιλιών του ηγέτη, ώστε να προετοιμαστώ κατάλληλα για τη γιορτινή νύχτα. «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» αναφώνησα για να με ακολουθήσει η γυναίκα μου «έξω οι οι βάσεις του θανάτου».

η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα

Μαξ Βέμπερ – εκδόσεις Δώμα

Στο παρελθόν, η συνήθης αποζημίωση που πρόσφεραν οι ηγεμόνες, οι τροπαίουχοι κατακτηκές και οι επιτυχημένοι παραταξιακοί αρχηγοί ήταν φέουδα, δωρεές γης και κάθε λογής πρόσοδοι, ενώ μετά την ανάπτυξη της χρηματικής οικονομίας ήταν κυρίως έσοδα από πάσης φύσεως «τυχεράς». Σήμερα είναι θέσεις διαφόρων ειδών σε κόμματα, σ’ εφημερίδες, σε συνδικάτα, σε ασφαλιστικά ταμεία, σε δήμους και κρατικές υπηρεσίες, που τα διαθέτουν οι κομματικοί ηγέτες στους πιστούς συνεργάτες τους. Όλοι οι κομματικοί αγώνες δεν γίνονται μόνον στο όνομα ενός σκοπού αλλά προπάντων για τη μοιρασιά των δημόσιων αξιωμάτων.

στ’ αμπέλια

Σταύρος Ζουμπουλάκης – εκδόσεις Πόλις

Πολλοί σήμερα λένε και γράφουν για τη μεσογειακή διατροφή και για το πόσο υγιεινή είναι. Προφανώς δεν έχουν ζήσει σε μεσογειακό χωριό, μιλάνε για κάτι φανταστικό. Αληθεύει ακριβώς το αντίθετο. Κυριαρχούσε το τηγάνι. Όλα τηγανητά, και το κρέας, όταν υπήρχε, τηγανητό. Ασφαλώς επειδή υπήρχε λάδι. Το ψητό δεν φτουράει. Στο τηγανητό, που κολύμπαγε στο λάδι, μπορούσαν να βουτάνε πολλές μπουκιές ψωμί και να χορταίνουν.

η θεραπεία των αναμνήσεων

Φανατικός εφημεριδοφάγος, δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το καθημερινό φύλλο. Σε αντίθεση με συναδέλφους που ξημεροβραδιάζονταν στο ίντερνετ, εγώ μισούσα να διαβάζω από την οθόνη του υπολογιστή… Όσες προσπάθειες είχα κάνει να διαβάσω χρησιμοποιώντας οθόνες αφής διαφορετικού μεγέθους, είχαν πέσει στο κενό. Τα χέρια μου αποζητούσαν το τυπωμένο χαρτί, η μύτη μου είχε συνηθίσει την αχνή έστω μυρωδιά του μελανιού, τ’ αυτιά μου τον ήχο των σελίδων που γύριζαν.