Εκείνος κάθεται στην μπάρα, παραγγέλνει ένα ρούμι, ανάβει ένα τσιγάρο και πιάνει το συνηθισμένο παραλήρημα της σκέψης του: το σύμπαν είναι ένας γρατζουνισμένος δίσκος χωρίς καμία σχετικότητα ή κβαντομηχανική, γεμάτος αυλάκια όπου κυλάει η ζωή από κοσμική σκόνη, βιομηχανικό γράσο και καθημερινή πίσσα. Πίνει μια μεγάλη γουλιά, βγάζει έναν ήχο απ’ το λαρύγγι του και γέρνει το κεφάλι του, αηδιασμένος και ευγνώμων.

Το ρούμι είναι η ελπίδα του λαού, σκέφτεται.

ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΤΗΝ ΕΥΦΥΪΑ ΣΑΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Οι δημιουργικοί άνθρωποι πληρώνονται για να είναι δημιουργικοί. Έτσι, για να δικαιολογήσουν τον μισθό τους, πρέπει να φαίνεται ότι έχουν έξυπνες ιδέες. Δεν έχω τίποτα εναντίον των εμπνευσμένων, έξυπνων ιδεών. Πολύ συχνά αυτές είναι και οι καλύτερες. Το πρόβλημα είναι ότι οι καλές ιδέες δεν εμφανίζονται πάντα όταν τις θέλεις, και οι σπουδαίες ιδέες το κάνουν ακόμα σπανιότερα. Νιώθοντας την ανάγκη να αποδείξουν την αξία τους, οι δημιουργικοί άνθρωποι συχνά παράγουν έργο που σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται έξυπνο αλλά που τελικά στερείται ουσίας. Αντί να προσπαθούν να βρουν κάτι για να μπαλώσουν στα γρήγορα την κατάσταση, αν αφιέρωναν τον χρόνο τους στον εντοπισμό του προβλήματος, θα ανακάλυπταν και τη λύση. Μ’ άλλα λόγια, αν κάνετε τη σωστή ερώτηση, θα πάρετε τη σωστή απάντηση.

Οι Κυκλάδες του 1938 παρουσίαζαν –με εξαίρεση τα εφοπλιστοχώρια και τη βιομηχανική ακόμα Σύρο- πάμπτωχη όψη. Οι περισσότεροι άντρες ήταν ναυτικοί. Ταξίδευαν με ελάχιστα διαλείμματα και, όποτε το πλοίο πέρναγε στα ανοιχτά του νησιού τους, με κατεύθυνση από τη Μαύρη Θάλασσα προς τη Μεσόγειο ή αντιστρόφως, πετούσαν στη θάλασσα πακέτα με γράμματα και δώρα για τους δικούς τους, να έρθουν οι βάρκες να τα μαζέψουν. Οι γυναίκες ζούσαν πάνω από τη λιγοστή καλλιεργίσιμη γη. Είχαν δε πρόσφατα υποχρεωθεί –με νόμο του Μεταξά- να ασβεστώνουν τακτικά τα σπίτια τους “για λόγους δημόσιας υγιεινής”. Το υποχρεωτικό εκείνο ξάσπρισμα δε διέθετε στα μάτια τους τίποτα απολύτως το ποιητικό.

Going Back

image

Όλα. Θες να τα γράψεις όλα μαζί. Να τα χωρέσεις όλα στο χαρτί, όπως και στη ζωή:

Για το καλοκαίρι πριν τις διακοπές -που συνήθιζε να είναι το καλύτερο σου- για τις ετοιμασίες για το νησί -ψυχικές γιατί κατά τα άλλα, τι; Ένα μπλουζάκι και 3 βιβλία θα πάρεις. Ίσως κι ένα λουλουδάτο -ναι- πουκάμισο να πιεις κανένα ποτό σαν άνθρωπος- για το νέο βιβλίο που μυρίζει ακόμα χαρτί και το αρπάζεις ξαφνικά από τη βιβλιοθήκη και το κρατάς λες και θα του σκάσεις ένα φιλί, για ένα τραγούδι το Phil Collins που παίζει στο repeat απ’ το πρωί.

Να βάλουμε ντιβάνια στο σπίτι. Να το γεμίσουμε. Να κολλάνε στους τοίχους, τόπους τόπους στο σαλόνι. Αυτά, με τους -θεέ μου, τι λέξη- σουμιέδες που τρίζουν και τα τόσο λεπτά στρώματα σαν τα ζελεδάκια «σκουλήκια». Αυτά που διπλώνουν και τα ανεβάζεις στο πατάρι, αλλά δεν δίπλωσαν ποτέ γιατί στα σπίτια αυτά πάντα ερχόταν κόσμος να ανοίξει τα μονοπάτια εκείνα όπου όλα πάνε καλά.

Να ξαπλώνουμε τα μεσημέρια. Όπου βρει ο καθένας, όπου τον χτυπήσει ο Αύγουστος, όπου τον βρει. Στα ντιβάνια αυτά, που έχουν ακόμα σκιές από νυχτικά με κρόσια. Να κλείνουμε τα μάτια και να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας, να μας χτυπήσει ο ανεμιστήρας στη ημι-περιστροφή του. Τόσο λίγο και μετά να περιμένουμε ξανά. Να κουνήσει σαν καλάμια τις τρίχες στο κορμί, αυτό που εσένα σε ανατριχιάζει και εμένα τόσο με ηρεμεί. Μαζί και την έξω από το παντζούρι πόλη. Όλη την πόλη, εκτός του μεντεσέ στο απέναντι πλυσταριό.

Αυτά τα μεσημέρια. Ίδια, αιώνες τώρα. 10 χρόνια πριν, ακριβώς, στη Θεσσαλονίκη, ένα μεσημέρι, ολόιδιο, που σου ‘γραφα:

γι’ αυτό και εδώ
σε ένα άδειο σπίτι
σε μια άδεια πόλη
ποτίζω στους τοίχους τις σκιές
των κατεβασμένων παντζουριών
σκαρφίζομαι περιπέτειες νεροχύτη
στα κάστρα των άπλυτων ποτηριών.
ένα αθόρυβο πήγαινελα από δωμάτιο σε δωμάτιο
μην και χορταριάσει το χολ
και δεν βρουν το γυρισμό αυτοί που ‘φύγαν.

Απλώνω το χέρι σαν για να πιάσω παγούρι και παίρνω από το ράφι τις Εποχές της Ικαρίας. Τις ακουμπώ στο στήθος μου. Έχουν τη δροσιά που κρατάει το χαρτί όταν είναι στη σκιά. Σαν διαβατήριο τις βαστάω. Σαν παρασύνθημα μάλλον. Να μου επιτραπεί η είσοδος. Για να επιστρέψω, στα άλλα μεσημέρια, εκείνα του νησιού, που τα ντιβάνια γίνονται πεζούλες κάτω από τις πασχαλιές και τις συκιές. Που η αλμύρα στο κορμί κάνει τη δουλειά της. Που το ‘να μάτι μένει μισάνοιχτο ξαγρυπνώντας για την πρώτη φωνή του φίλου, εκείνη που θα κηρύξει το απογευματινό μπάνιο, το πιο ωραίο.

Πόσο χρειάζεσαι να επιστρέψεις σε αυτά τα μεσημέρια; 4:39 μόνο.

Και το τραγούδι ξαναρχίζει. Καλή επιστροφή. (Ραντεβού τον Σεπτέμβριο)

But thinking young and growing older is no sin
And I can play the game of life to win.

A little bit of courage is all we lack
So catch me if you can, I’m goin’ back.

Αφού ετοίμαζε ένα τσάι με αμαρέτο -τώρα του προκαλεί απέχθεια, αλλά τότε ήταν παθιασμένος λάτρης του τσαγιού με αμαρέτο-, ο Χουλιάν έπιανε ν’ασχολείται με το δέντρο [γλάστρα]. Δεν το πότιζε μονάχα ή το κλάδευε αν χρειαζόταν: καθόταν να το κοιτάζει για τουλάχιστον μία ώρα, ίσως ελπίζοντας να το δει να σαλεύει, έτσι όπως κάποια παιδιά, τη νύχτα, μένουν ακίνητα στο κρεβάτι τους, προσδοκώντας να αισθανθούν πως μεγαλώνουν.

Àrtεις Fest: Οι Νύφες της Ικαρίας έρχονται για να διηγηθούν Ιστορίες Έρωτα & Αγάπης [huffingtonpost.gr]

«Με τον Έρωτα δε μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος. Και η Ικαρία δεν είναι μόνο έρωτας για εμάς αλλά είναι και ο τόπος όπου έχουμε ζήσει και ζούμε ακόμα όλες τις φάσεις του», λέει ο Κωνσταντίνος Βατούγιος, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ «àrtεις;», θεατρολόγος και επαγγελματίας στο χώρο της διαφήμισης, για το κεντρικό θέμα της φετινής διοργάνωσης που θα πραγματοποιηθεί από τις 21 έως τις 24 Δεκεμβρίου 2017 στον πολιτιστικό χώρο Metamatic:taf.

Το Φεστιβάλ Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας ξεκίνησε το 2012, όταν οι συντελεστές του διαδικτυακού περιοδικού Ikariamag, μιας πλατφόρμας συνάντησης δημιουργικών Ικαρίων και συχνών επισκεπτών του νησιού, επιθυμούσαν να προβάλουν στο κοινό έναν διαφορετικό χαρακτήρα της Ικαρίας, πέρα από τα στερεότυπα και με μια διαδραστική μορφή. «Η δημιουργικότητα των ανθρώπων που ήρθαν κι έρχονται ακόμα κοντά μας για να προσεγγίσουμε μαζί την Ικαρία μέσα από τη προσωπική μας σχέση με αυτήν, δεν περιοριζόταν μόνο στον γραπτό λόγο και έπρεπε να εμπνευστούμε μια πολυτεχνική συνάντηση, ένα κάλεσμα από, για και με αφορμή την Ικαρία, όπως αγαπάμε να λέμε για όσα κάνουμε», εξηγεί ο Κωνσταντίνος.

H ομάδα του «àrtεις;» για την επιλογή της κάθε θεματικής, συζητάει, σχεδιάζει σε συνεργασία με τους καλλιτέχνες και στη συνέχεια προχωράει στην υλοποίηση των ιδεών που ταιριάζουν στη φιλοσοφία του θέματος.

nyfes

Το «àrtεις; fest», όνομα που προήλθε από την ερώτηση «‘α ‘ρτεις;» και στα καριώτικα σημαίνει «θα έρθεις;», πραγματοποιείται ανά δύο χρόνια στην Αθήνα και παρουσιάζει μια σειρά από εικαστικά, προβολές, video art, θεατρικές παραστάσεις, παρουσιάσεις, εγκαταστάσεις, live performances, ικαριακά προϊόντα και εκδηλώσεις για παιδιά. Η ανταπόκριση του κοινού στα τρία προηγούμενα φεστιβάλ ήταν εντυπωσιακή και αυτό αποδεικνύει το ενδιαφέρον για γνωριμία με παραδόσεις και έθιμα μέσα από αφηγήσεις παλαιότερων ή νέων Ικαριωτών, οικογενειακά κειμήλια και την τοπική νοοτροπία.«Χωρίς να έχουμε όσα από τα ικαριώτικα προσελκύουν συνήθως τον πολύ κόσμο όπως για παράδειγμα τα πανηγύρια, έχουμε καταφέρει να περνάνε από το φεστιβάλ χιλιάδες επισκέπτες που είτε έχουν, είτε δεν έχουν, είτε θα ήθελαν πολύ να έχουν σχέση με την Ικαρία», λέει ο Κωνσταντίνος.

nyfes

Àrtεις Έρωτα

Αφορμή για την εστίαση της τέταρτης διοργάνωσης Ημερών Σύγχρονης Ικαριακής Δημιουργίας, υπήρξαν ιστορίες και στιγμές Έρωτα μέσα από τον τρόπο ζωής και το χιούμορ των Ικαριωτών. «“Το “Àrtεις Έρωτα;” είναι ερώτηση, εκκρεμεί η απάντηση. Είναι κι αυτό μια απόπειρα όπως καθετί που κάνουμε, μακριά από μανιφέστα, βεβαιότητες και αυτοεπιβραβεύσεις», συνεχίζει ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Ανάμεσα στα βιώματα που θα πρωταγωνιστήσουν στο χώρο είναι και ο Έρωτας, η Αγάπη, το Φλερτ, ο Γάμος, η Απιστία και ο Πόθος. Το πλήρες περιεχόμενο του φεστιβάλ βρίσκεται σε στάδιο διαμόρφωσης, ενώ δεν θα παρουσιαστεί κάποια απόλυτη καταγραφή του «Έρωτα στην Ικαρία», μόνο απόπειρες.

Εκτός από τις πρωτότυπες θεματικές ενότητες, το «àrtεις; fest» ξεχωρίζει και για τον συμμετοχικό του χαρακτήρα. «“Οι Νύφες Της Ικαρίας” θα είναι μια δημιουργική, τεχνολογική εγκατάσταση με δυο μέρη, όπου ο επισκέπτης θα “ταξιδεύει” στον χρόνο συναντώντας τις Ικαριώτισσες Νύφες», συμπληρώνει ο Κωνσταντίνος. Για την καλλιτεχνικά απαιτητική και ενδιαφέρουσα εγκατάσταση, οι διοργανωτές ζητούν από τους αναγνώστες του ikariamag.gr και τα μέλη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να ανατρέξουν στα οικογενειακά τους αρχεία και να βρουν φωτογραφίες από νύφες της Ικαρίας, συνοδευόμενες από μια μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία αγάπης, μέχρι τον Νοέμβριο του 2017. Οι παρευρισκόμενοι θα έχουν την ευκαιρία με το “πάντρεμα” της παράδοσης και της τεχνολογίας, να παρακολουθήσουν τις εικόνες που θα προβληθούν κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.

Oι ιδρυτές, παρά τις δυσκολίες για τη διεξαγωγή ενός τέτοιου εγχειρήματος και με σύμμαχο το μεράκι και την αγάπη τους για το νησί, βρίσκονται σε συνεχή αναζήτηση ιστοριών, προσώπων, εικόνων, ήχων ώστε να μοιραστούν την ιδιαιτερότητα της Ικαρίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

nyfes

«Δε θέλουμε το àrtεις; να γίνει θεσμός. Θέλουμε να παρουσιαζόμαστε μόνο όταν έχουμε ωραία πράγματα να δείξουμε. Αν θα ευχόμουν κάτι είναι να έχουμε την δυνατότητα χρόνου και χρήματος να ολοκληρώνουμε τις απόπειρες μας στο βαθμό και το επίπεδο που τα σχεδιάζουμε. Είναι πολύ δύσκολο όλο αυτό που προσπαθούμε. Και απαιτεί κόπο και θυσίες».

Αλεξάνδρα Σκαράκη – huffingtonpost.gr

Του αρέσει, τον ηρεμεί, τον γλυκαίνει όταν τα σπίτια έχουν βιβλία. Τότε δεν φοβάται, αισθάνεται ασφαλής και ας θλίβεται. Ο πατέρας του είχε πολλά βιβλία. Έτσι τον θυμάται: Σκυμμένο στο γραφείο του, να διαβάζει, να σημειώνει, με φόντο ατελείωτα ράφια, φορτωμένα σειρές διπλές από παλιούς φθαρμένους τόμους. Ο μικρός στεκόταν και τον κοίταγε να γράφει, εκείνος δεν σήκωνε το κεφάλι, δεν είχε αντιληφθεί τον γιό του στην πόρτα του γραφείου. Μετά, δεν άντεχε άλλο, «Μπαμπα;» έλεγε με σιγανή φωνή σαν να ήθελε να μην ακουστεί – ενώ να ακουστεί ήταν το μόνο που ήθελε, αυτό που ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο αδύνατος άντρας με το λεπτό μουστάκι και το κουρασμένο, σκοτισμένο πρόσωπο, σήκωνε το κεφάλι, τον κοιτούσε πίσω από τα χοντρά γυαλιά του και του έκανε, χαμογελώντας, νόημα να πάει κοντά του. Το αγόρι, χαρούμενο, σκαρφάλωνε στην αγκαλιά του και, χωρίς να λέει κουβέντα, ρουφούσε τις οικείες μυρωδιές του χαρτιού, της κλεισούρας, των παλιών βιβλίων, του πατρικού ιδρώτα. Η χαρά δεν κρατούσε πολύ. «Άντε, πήγαινε τώρα… πρέπει να δουλέψω…» έλεγε ο πατέρας και επέστρεφε στις σημειώσεις του. Εκείνη την εποχή τα αντιπαθούσε τα βιβλία που του έπαιρναν τον πατέρα του. Τώρα, όλα έχουν αλλάξει. Ο πατέρας χάθηκε, μια μέρα ήρθαν και τον πήρα για κατάθεση και δεν τον είδε ξανά, ούτε έμαθε τι απέγινε, η βιβλιοθήκη δεν υπάρχει πια, κάηκε, μαζί με το σπίτι, μαζί με τη ζωή του, με ολόκληρη την πόλη του. Και τα βιβλία είναι ό,τι τον συνδέει με την παλιά ζωή.

Ακόμη κι αυτή η διάρκεια στις επιτυχίες, που είχε το μπάσκετ από τότε, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με ό,τι συχνά συμβαίνει στην Ελλάδα. Ίσως γιατί η λάβα που ξεπήδησε από το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, μόλις ο Σεργκέι Γιοβάισα αστόχησε στο τελευταίο σουτ τριών πόντων, να ρέει ακόμη. Δεν τη βλέπουμε, δεν τη νιώθουμε, κι όμως υπάρχει.